ΟΜΙΛΙΑ Δʹ. Διὰ τοῦτο κἀγὼ μηκέτι στέγων, ἔπεμψα εἰς τὸ γνῶναι τὴν πίστιν ὑμῶν, μή πως ἐπείρασεν ὑμᾶς ὁ πειράζων, καὶ εἰς κενὸν γένηται ὁ κόπος ἡμῶν. Ἄρτι δὲ ἐλθόντος Τιμοθέου πρὸς ἡμᾶς ἀφ᾽ ὑμῶν, καὶ εὐαγγελισαμένου ἡμῖν τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀγάπην ὑμῶν, καὶ ὅτι ἔχετε μνείαν ἡμῶν πάντοτε ἀγαθὴν, ἐπιποθοῦντες ἡμᾶς ἰδεῖν, καθάπερ καὶ ἡμεῖς ὑμᾶς· διὰ τοῦτο παρεκλήθημεν, ἀδελφοὶ, ἐφ᾽ ὑμῖν ἐπὶ πάσῃ τῇ θλίψει καὶ ἀνάγκῃ ἡμῶν, διὰ τῆς ὑμῶν, πίστεως· ὅτι νῦν ζῶμεν, ἐὰν ὑμεῖς στήκητε ἐν Κυρίῳ.
Μετάφραση
Ομιλία Δ΄. Γι' αυτό κι εγώ, μην αντέχοντας πλέον, έστειλα να πληροφορηθώ για την πίστη σας, μήπως τυχόν σας έβαλε σε πειρασμό ο πειράζων και αποβεί μάταιος ο κόπος μας. Τώρα όμως, που ήλθε σε εμάς ο Τιμόθεος από εσάς και μας ευαγγελίσθηκε την πίστη και την αγάπη σας, και ότι διατηρείτε πάντοτε αγαθή ανάμνηση για εμάς, επιποθώντας να μας δείτε, όπως ακριβώς κι εμείς εσάς· γι' αυτό, αδελφοί, παρηγορηθήκαμε για εσάς μέσα σε κάθε θλίψη και ανάγκη μας, διαμέσου της δικής σας πίστης· διότι τώρα ζούμε, εάν εσείς στέκεστε σταθεροί στον Κύριο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες