ΨΑΛΜΟΣ ΟϚʹ. «Προκατελάβοντο φυλακὰς οἱ ὀφθαλμοί μου.» Ἄριστος εἰς θεωρίαν ὁ τῆς νυκτὸς καιρός, οὐκ ἀφελκούσης πρὸς ἕτερα οὔτε τῆς ἀκοῆς, οὔτε τῆς ὄψεως, ὧν ἑκάτερα τὸν νοῦν εἰς αὐτὴν περισπᾷ, τῆς θεωρίας ἀφέλκουσα· ἐν ταύτῃ τοίνυν ἠδολέσχησε, περὶ τὰς θεωρητικὰς κινήσεις ἀσχολούμενος. Τοῦτο γὰρ ἀδολεσχίαν ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰρῆσθαι προλαβόντες ἐδείξαμεν. Ἔσκαλλε δὲ νῦν αὐτοῦ τὸ πνεῦμα· τουτέστιν, ἐδυσχέραινεν, οὔπω καταλαβεῖν περὶ τούτων δυνάμενον. Ὁ παρὼν βίος, δι’ ἄγνοιαν νύξ, ἐν ᾧ, φησίν, οὐχ ὕπνῳ παρέδωκα κατ’ ἄλλους τινὰς ἐμαυτὸν (Οἱ γὰρ καθεύδοντες, νυκτὸς καθεύδουσι· καὶ οἱ μεθυσκόμενοι, νυκτὸς μεθύουσιν)· νήφων δὲ μετὰ τοῦ νόμου περὶ τῶν πρακτέων διελεγόμην. Πρόσκαιρα γὰρ εἶναι τὰ παρόντα μαθών, καὶ τέλος ἕξειν, κατέλαβον τὰ περιεστηκότα δεινά. Γεωργικῶς δὲ τὸ ἐμὸν ἐσκάλευον πνεῦμα, ἵνα σπείρας ἐν αὐτῷ θερίσω ζωὴν αἰώνιον. Ὁ σπείρων γὰρ εἰς τὸ πνεῦμα, ἐκ τοῦ πνεύματος θερίσει ζωὴν αἰώνιον. Ἀνωτέρω μὲν οὖν πνεῦμα ἔλεγε τὴν ψυχήν· ἐνταῦθα δὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἐν αὐτῷ. μεθ’ οὗ ἡ ψυχὴ σκάλλει τε καὶ ἀδολεσχεῖ· οὐ γὰρ δήπου τὸ σῶμα μετὰ τῆς ψυχῆς. Ἡ οὖν κυρίως ἀνθρώπου ψυχὴ ἀδολεσχεῖ μετὰ τοῦ νοῦ, καὶ σκάλλει τὸ πνεῦμα συνεζευγμένον τῷ νῷ. Προσεύξομαι γὰρ τῷ πνεύματι, προσεύξομαι καὶ τῷ νοΐ. «Αὔτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου.»
Μετάφραση
ΨΑΛΜΟΣ ΟΣΤ'. «Οι οφθαλμοί μου πρόλαβαν τις νυχτερινές φυλακές.» Άριστος για θεωρία είναι ο καιρός της νύχτας, καθώς ούτε η ακοή ούτε η όραση αποσπώνται προς άλλα πράγματα, καθένα από τα οποία περισπά τον νου προς αυτά, απομακρύνοντάς τον από τη θεωρία. Κατά τη διάρκειά της λοιπόν εντρυφούσε, ασχολούμενος με τις θεωρητικές κινήσεις. Διότι δείξαμε προηγουμένως ότι αυτό σημαίνει η λέξη «αδολεσχία» στην προκειμένη περίπτωση. Και τώρα το πνεύμα του ερευνούσε (έσκαλλε)· δηλαδή, δυσφορούσε, επειδή δεν μπορούσε ακόμη να τα κατανοήσει αυτά. Ο παρών βίος, εξαιτίας της άγνοιας, είναι νύχτα, στην οποία, λέει, δεν παρέδωσα τον εαυτό μου στον ύπνο όπως κάποιοι άλλοι (Διότι εκείνοι που κοιμούνται, κοιμούνται τη νύχτα· και εκείνοι που μεθούν, μεθούν τη νύχτα)· αλλά όντας νηφάλιος, συνομιλούσα με τον νόμο σχετικά με το τι πρέπει να πράττω. Επειδή έμαθα ότι τα παρόντα είναι πρόσκαιρα και θα λάβουν τέλος, αντιλήφθηκα τα δεινά που μας περιβάλλουν. Σαν γεωργός λοιπόν καλλιεργούσα το πνεύμα μου, προκειμένου, αφού σπείρω σε αυτό, να θερίσω ζωή αιώνια. Διότι αυτός που σπέρνει στο πνεύμα, από το πνεύμα θα θερίσει ζωή αιώνια. Πιο πάνω λοιπόν με τη λέξη «πνεύμα» εννοούσε την ψυχή· εδώ όμως εννοεί το πνεύμα του ανθρώπου που βρίσκεται μέσα του, με το οποίο η ψυχή ερευνά (σκάλλει) και εντρυφά (αδολεσχεί)· διότι βέβαια δεν το κάνει το σώμα μαζί με την ψυχή. Η κατεξοχήν λοιπόν ανθρώπινη ψυχή εντρυφά μαζί με τον νου, και ερευνά το πνεύμα που είναι συζευγμένο με τον νου. Διότι θα προσευχηθώ με το πνεύμα, θα προσευχηθώ και με τον νου. «Αυτή είναι η αλλοίωση της δεξιάς του Υψίστου.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες