Τίς δὲ πιστεύσει λέγοντι τούτῳ περὶ ἀναστάσεως, ἀρνουμένῳ τὸν ἐκ νεκρῶν δι᾽ ἡμᾶς πρωτότοκον γενόμενον Χριστόν; Πῶς δὲ οὐκ, ἄντικρυς ἀγνοήσας τὴν ἐκ Πατρὸς τοῦ Υἱοῦ γνησίαν καὶ ἀληθινὴν γέννησιν, πλανηθήσεται καὶ περὶ τῆς ἐνσάρκου παρουσίας αὐτοῦ; Οὕτω γὰρ καὶ οἱ τότε Ἰουδαῖοι, ἀρνησάμενοι τὸν Λόγον, καὶ λέγοντες, Οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα, πάντων ἀθρόως ἀφῃρέθησαν, καὶ γεγόνασιν ἔρημοι φωτὸς λύχνου, ὀσμῆς μύρου, προφητείας γνώσεως, καὶ αὐτῆς τῆς ἀληθείας, καὶ νῦν οὐδὲν συνιέντες, ὡς ἐν σκότῳ περιπατοῦντές εἰσι. Τίς γὰρ ἤκουσε πώποτε τοιαῦτα; Ἢ πόθεν ἢ παρὰ τίνος οἱ κόλακες καὶ δωροδόκοι τῆς αἱρέσεως ἤκουσαν τοιαῦτα; Τίς, ὅτε κατηχοῦντο, τοιαῦτα λελάληκεν αὐτοῖς; Τίς αὐτοῖς εἴρηκεν, ὅτι, τὴν εἰς τὴν κτίσιν λατρείαν ἀφέντες, κτίσματι καὶ ποιήματι πάλιν προσέρχεσθε λατρεύειν; Εἰ δὲ καὶ αὐτοὶ πρῶτον νῦν ὁμολογοῦσιν ἀκηκοέναι τὰ τοιαῦτα, μὴ ἀρνείσθωσαν ἀλλοτρίαν καὶ μὴ ἐκ πατέρων εἶναι τὴν αἵρεσιν ταύτην. Τὸ δὲ μὴ ἐκ πατέρων, ἀλλὰ νῦν ἐφευρεθὲν, τί ἂν εἴη ἕτερον ἡ περὶ οὗ προείρηκεν ὁ μακάριος Παῦλος· Ἐν ὑστέροις καιροῖς ἀποστήσονταί τινες τῆς ὑγιαινούσης πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλάνης καὶ διδασκαλίαις δαιμονίων, ἐν ὑποκρίσει ψευδολόγων, κεκαυτηριασμένων τὴν ἰδίαν συνείδησιν, καὶ ἀποστρεφομένων τὴν ἀλήθειαν.
Μετάφραση
Και ποιος θα πιστέψει αυτόν όταν μιλάει για την ανάσταση, εφόσον αρνείται τον Χριστό, ο οποίος έγινε για χάρη μας πρωτότοκος εκ των νεκρών; Πώς λοιπόν, έχοντας αγνοήσει ξεκάθαρα τη γνήσια και αληθινή γέννηση του Υιού από τον Πατέρα, δεν θα πλανηθεί και σχετικά με την ένσαρκη παρουσία Του; Διότι έτσι και οι Ιουδαίοι εκείνης της εποχής, αφού αρνήθηκαν τον Λόγο και είπαν «Δεν έχουμε βασιλιά παρά μόνο τον Καίσαρα», στερήθηκαν μεμιάς τα πάντα, και έμειναν έρημοι από το φως του λύχνου, από την οσμή του μύρου, από τη γνώση της προφητείας και από την ίδια την αλήθεια, και τώρα, μη κατανοώντας τίποτα, περπατούν σαν να βρίσκονται στο σκοτάδι. Διότι ποιος άκουσε ποτέ τέτοια πράγματα; Ή από πού και από ποιον άκουσαν τέτοια πράγματα οι κόλακες και οι δωροδοκούμενοι της αίρεσης; Ποιος τους είπε τέτοια πράγματα όταν κατηχούνταν; Ποιος τους είπε ότι, «αφού εγκαταλείψατε τη λατρεία προς την κτίση, προσέρχεστε πάλι για να λατρεύσετε ένα κτίσμα και δημιούργημα»; Αν λοιπόν και οι ίδιοι ομολογούν ότι τώρα ακούνε για πρώτη φορά τέτοια πράγματα, ας μην αρνούνται ότι αυτή η αίρεση είναι ξένη και δεν προέρχεται από τους πατέρες. Και αυτό που δεν προέρχεται από τους πατέρες, αλλά εφευρέθηκε τώρα, τι άλλο θα μπορούσε να είναι παρά εκείνο για το οποίο προφήτευσε ο μακάριος Παύλος: «Στους έσχατους καιρούς θα αποστατήσουν μερικοί από την υγιαίνουσα πίστη, δίνοντας προσοχή σε πνεύματα πλάνης και σε διδασκαλίες δαιμόνων, μέσω της υποκρισίας ψευδολόγων, των οποίων η συνείδηση έχει καυτηριαστεί και οι οποίοι αποστρέφονται την αλήθεια».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες