Νεώτερος μοναχὸς περιερχόμενος τὰς κέλλας τῶν μοναχῶν οὐ μόνον ἀργὸς μανθάνει, ἀλλὰ καὶ φλύαρος καὶ περίεργος λαλῶν τὰ μὴ δέοντα· ὁ δὲ ἡσυχάζων ἐν ταπεινοφροσύνῃ ἀγαπηθήσεται. Μετὰ ἀδελφοῦ ἔχοντος κακὴν φήμην μὴ πῖνε οἶνον κατὰ μόνας, μηδὲ πρόσπαιζε ἀπαιδεύτῳ, μηδὲ ὀνείδιζέ τινα. Σεαυτὸν ἁγνὸν τήρει, φεῦγε δὲ τὰ συμπόσια, ἵνα μὴ ὀδυνηθῇς ἐπ᾽ ἐσχάτων σου. Ἐὰν ᾖς ἀσθενὴς τοῖς τρόποις, μὴ σύναπτε σεαυτὸν τῷ ἀσθενοῦντι τῷ λογισμῷ· τοῦτο δὲ λέγω οὐχ ἵνα βδελύξῃ τινὰ ὡς ἁμαρτωλόν, ἀλλὰ μήποτε ἀμφοτέρων τῶν μερῶν ἀσθενούντων βλαβήσῃ σὺ δι᾽ ἐκεῖνον, κἀκεῖνος διὰ σέ. Εἰ δὲ εἶ δυνατὸς παρακαλεῖν ἐν Κυρίῳ, πρόσελθε καὶ μισθὸν εὑρήσεις. Ἐὰν ἴδῃς ἀδελφὸν ἁμαρτάνοντα, καὶ τῇ ἐπαύριον θεάσῃ αὐτόν, μὴ σχῇς αὐτὸν ἐν σεαυτῷ ὡς ἁμαρτωλόν· οὐ γὰρ οἶδας εἰ ἀπόντος σου εἰργάσατό τι ἀγαθὸν μετὰ τὸ πτῶμα, καὶ μετὰ στεναγμῶν καὶ πικρῶν δακρύων τὸν Κύριον ἐδυσώπησεν. Ὅθεν χρὴ ἀπέχεσθαι τοῦ κρίνειν τὸν ἕτερον· χρὴ δὲ ἕκαστον ἡμῶν ταπεινοῦν ἑαυτόν, κατὰ τὸν λέγοντα· ὅτι αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῆραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾽ ἐμέ. Πάντα τὰ ξύλα τοῦ δρυμοῦ οὐκ ἀρκέσει τῷ πυρί, καὶ ἡ σὰρξ οὐ κορέννυται ἀναπαύσεως. φόβος Κυρίου παράδεισος τρυφῆς, τὴν δὲ ἀφοβίαν ἀλώπεκες κληρονομήσουσι.
Μετάφραση
Ένας νεότερος μοναχός που περιφέρεται στα κελιά των μοναχών, δεν μαθαίνει μόνο να είναι αργόσχολος, αλλά γίνεται και φλύαρος και περίεργος, λέγοντας πράγματα που δεν πρέπει. Ενώ εκείνος που ησυχάζει με ταπεινοφροσύνη, θα αγαπηθεί. Με αδελφό που έχει κακή φήμη μην πίνεις κρασί κατ' ιδίαν, ούτε να αστειεύεσαι με απαίδευτο, ούτε να ονειδίζεις κανέναν. Να διατηρείς τον εαυτό σου αγνό και να αποφεύγεις τα συμπόσια, για να μην πονέσεις στα έσχατά σου. Εάν είσαι αδύναμος στον χαρακτήρα, μη συναναστρέφεσαι με αυτόν που ασθενεί στους λογισμούς. Αυτό δεν το λέω για να αποστραφείς κάποιον ως αμαρτωλό, αλλά μήπως, επειδή και οι δύο πλευρές ασθενούν, βλαφθείς εσύ εξαιτίας εκείνου, και εκείνος εξαιτίας σου. Εάν όμως είσαι ικανός να παρηγορείς εν Κυρίω, πλησίασέ τον και θα βρεις μισθό. Εάν δεις έναν αδελφό να αμαρτάνει και την επόμενη ημέρα τον συναντήσεις, μην τον θεωρείς μέσα σου ως αμαρτωλό. Διότι δεν γνωρίζεις εάν, κατά την απουσία σου, έπραξε κάτι αγαθό μετά την πτώση του, και με στεναγμούς και πικρά δάκρυα εξευμένισε τον Κύριο. Γι' αυτό πρέπει να απέχουμε από την κατάκριση του άλλου. Ο καθένας μας πρέπει να ταπεινώνει τον εαυτό του, σύμφωνα με εκείνον που λέει: διότι οι ανομίες μου ξεπέρασαν το κεφάλι μου, σαν βαρύ φορτίο με καταπλάκωσαν. Όλα τα ξύλα του δάσους δεν αρκούν για τη φωτιά, και η σάρκα δεν χορταίνει από την ανάπαυση. Ο φόβος του Κυρίου είναι παράδεισος τρυφής, ενώ την αφοβία θα την κληρονομήσουν οι αλεπούδες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες