Μετὰ ταῦτα μέντοι, Ἀμεσίας, πατάξας τοὺς ἐν Σηεὶρ, ἐπήρθη, καὶ ἐλάτρευσε τοῖς εἰδώλοις τῶν Σηεὶρ, καὶ ἐπατάχθη παραδοθεὶς τοῖς ἐχθροῖς. Ἀζαρίας, αὐτός ἐστιν Ὀζίας, ἔτη νβʹ· καὶ ἐποίησε κατὰ τὴν ἀρχὴν τὸ εὐθὲς, ὡς ὁ Πατὴρ αὐτοῦ· πλὴν τὰ ὑψηλὰ οὐκ ἐξῆρεν. Εὐοδούμενος δὲ ἐπήρθη, καὶ ἠθέλησεν ἑαυτῷ θυμιάσαι ἐν τῷ ναῷ, ὅπερ μόνοις τοῖς ἱερεῦσιν ἔξεστι. Διὸ καὶ ἐλεπρώθη, ἀκούσας· «Οὐ σοὶ, Ὀζία, θυμιάσαι τῷ Κυρίῳ, ἀλλὰ τοῖς ἱερεῦσι τοῖς υἱοῖς Ἀαρὼν, τοῖς ἡγιασμένοις.» Ἐπὶ τούτου προεφήτευσεν Ἡσαΐας. Ἰωάθαμ υἱὸς αὐτοῦ ἔτη ιϛʹ· καὶ ἐποίησε τὸ εὐθὲς, ὡς ὁ πατὴρ αὐτοῦ· πλὴν τὰ ὑψηλὰ οὐκ ἐξῆρε. Καὶ ἐπὶ τούτου ἦν Ἡσαΐας. Ἀχὰζ, υἱὸς αὐτοῦ, ἔτη ιϛʹ· καὶ ἐποίησε τὸ πονηρόν. Καὶ ἐπὶ τούτου ἦν Ἡσαΐας καὶ Ὠδὴδ προφῆται. Ἐζεκίας υἱὸς αὐτοῦ ἔτη κθʹ· καὶ ἐποίησε τὸ εὐθὲς, ὡς Δαβὶδ τελείως. Οὗτος καθεῖλε τὸν ὄφιν τὸν χαλκοῦν, ὃν ἐκρέμασε Μωϋσῆς. Καὶ ἐπὶ τούτου ἦν Ἡσαΐας. Ἐπὶ τούτου Σεναχηρεὶμ καὶ Ῥαψάκης, οἱ Ἀσσύριοι, βλασφημοῦντες, ἐπατάχθησαν μὲν αὐτοὶ μετὰ ταῦτα, ἐν μιᾷ δὲ νυκτὶ χιλιάδες ρπεʹ. Ἐξελθὼν ἄγγελος ἀνεῖλε. Νοσήσας δὲ Ἐζεκίας, καὶ μέλλων ἀποθνήσκειν, ἔλαβε προσθήκην ἔτη ιεʹ. Μανασσῆς υἱὸς αὐτοῦ ἔτη νεʹ· καὶ ἐποίησε τὸ πονηρόν. Οἷα γὰρ κατέσκαψεν Ἐζεκίας, ταῦτα οὗτος ἀνήγειρε· καὶ γέγονεν ἄλλος Ἱεροβοὰμ τῷ Ἰούδα, ὥστε καὶ δι᾽ αὐτὸν παθεῖν τὴν Ἱερουσαλὴμ, ὡς τὴν Σαμάρειαν.
Μετάφραση
Μετά από αυτά, όμως, ο Αμεσίας, αφού πάταξε τους κατοίκους της Σηείρ, υπερηφανεύθηκε, λάτρευσε τα είδωλα της Σηείρ, και πατάχθηκε παραδιδόμενος στους εχθρούς. Ο Αζαρίας, ο οποίος είναι ο Οζίας, βασίλευσε πενήντα δύο έτη· και έπραξε στην αρχή το ευθές, όπως ο πατέρας του· όμως δεν κατήργησε τα υψηλά. Όταν ευοδώθηκε, επάρθηκε και θέλησε να προσφέρει ο ίδιος θυμίαμα στον ναό, πράγμα το οποίο επιτρέπεται μόνο στους ιερείς. Γι’ αυτό και προσβλήθηκε από λέπρα, αφού άκουσε: «Δεν ανήκει σε εσένα, Οζία, να προσφέρεις θυμίαμα στον Κύριο, αλλά στους ιερείς, τους υιούς του Ααρών, οι οποίοι είναι αγιασμένοι». Επί των ημερών του προφήτευσε ο Ησαΐας. Ο Ιωάθαμ, ο υιός του, βασίλευσε δεκαέξι έτη· και έπραξε το ευθές, όπως ο πατέρας του· όμως δεν κατήργησε τα υψηλά. Και επί των ημερών αυτού έδρασε ο Ησαΐας. Ο Άχαζ, ο υιός του, βασίλευσε δεκαέξι έτη· και έπραξε το πονηρό. Και επί των ημερών του ήταν προφήτες ο Ησαΐας και ο Ωδήδ. Ο Εζεκίας, ο υιός του, βασίλευσε είκοσι εννέα έτη· και έπραξε τελείως το ευθές, όπως ο Δαβίδ. Αυτός κατέστρεψε το χάλκινο φίδι, το οποίο είχε κρεμάσει ο Μωυσής. Και επί των ημερών του έδρασε ο Ησαΐας. Επί των ημερών του, ο Σενναχηρείμ και ο Ραψάκης, οι Ασσύριοι, επειδή βλασφημούσαν, πατάχθηκαν μεν οι ίδιοι αργότερα, ενώ μέσα σε μία νύχτα άγγελος εξήλθε και εξολόθρευσε εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες. Όταν αρρώστησε ο Εζεκίας και επρόκειτο να πεθάνει, έλαβε προσθήκη δεκαπέντε ετών στη ζωή του. Ο Μανασσής, ο υιός του, βασίλευσε πενήντα πέντε έτη· και έπραξε το πονηρό. Διότι όσα είχε κατεδαφίσει ο Εζεκίας, αυτός τα ανοικοδόμησε· και έγινε άλλος Ιεροβοάμ για τον Ιούδα, ώστε εξαιτίας του να πάθει η Ιερουσαλήμ ό,τι και η Σαμάρεια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες