καὶ περὶ τῶν ἀλλοφύλων δὲ γέγραπται· «ὅτι καὶ Ἰδουμαῖοι ἐπέθεντο καὶ ἐταπείνωσεν ἐν Ἰούδα καὶ ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίας καὶ οἱ 〈ἀλλόφυλοι〉 ἐπέθεντο ἐπὶ τὰς πόλεις τῆς Παλαιστίνης καὶ ἀπώλεσαν τὸν Βεθσαμύς», καὶ ἐνταῦθα δὲ ἀντὶ τοῦ· «καὶ οἱ 〈ἀλλόφυλοι〉 ἐπέθεντο ἐπὶ τὰς πόλεις», οἱ 〈Φυλιστιαῖοι〉 ἤτοι Παλαιστῖνοι ἐπιφυέντες τῷ Ἄχαζ. ⌞οὐκέτι γὰρ ἐφίεται ὑμῖν 〈εὐφραίνεσθαι ἀποθανόντος〉 μὲν τοῦ ἀσεβοῦς 〈βασιλέως〉, ἐφ᾽ ᾧ τὸ παλαιὸν ἐχάρητε, θεοσεβοῦς δὲ ἀνδρὸς τὴν ἀρχὴν διαδεξαμένου ὡς ἐν δευτέρᾳ τῶν Παραλειπομένων τῷ Ἑζεκίᾳ μεμαρτύρηται καὶ ἐν τῇ τετάρτῃ τῶν Βασιλειῶν. ὥσπερ οὖν ἐπὶ τοῦ ἀσεβοῦς Ἄχαζ εἰκὸς ἦν χαίρειν καὶ 〈εὐφραίνεσθαι τοὺς ἀλλοφύλους〉, οὕτως ἐπὶ τοῦ δικαίου ἀνδρὸς τοῦ Ἑζεκίου εὐκαίρως ἡ προφητεία ἀποτεινομένη πρὸς αὐτούς φησι· 〈Μὴ εὐφρανθείητε, ἀλλόφυλοι〉· πάλαι μὲν γὰρ ἔτι ζῶντος τοῦ Ἄχαζ καὶ τὰ ἐχθρὰ τῷ θεῷ πράττοντος εἰκὸς ἦν ὑμᾶς 〈εὐφραίνεσθαι〉, ἐπειδὴ 〈συνετέτριπτο〉 τοῦ Ἄχαζ ὁ 〈ζυγός〉, ὡς μὴ δύνασθαι αὐτὸν ὑποτάττειν ὑμᾶς μηδὲ τὸν τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ 〈ζυγὸν〉 ἐπιτιθέναι ὑμῖν, διόπερ ἐπληθύνετο τὰ κακά. ὥσπερ μηδενὸς 〈παίοντος〉 ἡ ἑρπυστικὴ καὶ ἰοβόλος τῶν πονηρῶν πνευμάτων δύναμις ἐπλήθυνε τότε, νυνὶ δὲ τὴν βασιλείαν διαδεξαμένου ἀνδρὸς θεοφιλοῦς μηκέτι χαίρετε ὡς τὸ πρίν· ἐφέστηκε γὰρ ὑμῖν ὁ 〈παίων〉 καὶ τύπτων καὶ σωφρονίζων ὑμᾶς.
Μετάφραση
Και σχετικά με τους αλλοφύλους έχει γραφτεί: «ότι και οι Ιδουμαίοι επιτέθηκαν και ταπείνωσαν τον Ιούδα και πήραν αιχμαλώτους, και οι αλλόφυλοι επιτέθηκαν στις πόλεις της Παλαιστίνης και κατέστρεψαν τη Βαιθσαμύς»· και εδώ, αντί του: «και οι αλλόφυλοι επιτέθηκαν στις πόλεις», εννοούνται οι Φιλισταίοι, δηλαδή οι Παλαιστίνιοι, που επιτέθηκαν στον Άχαζ. Διότι δεν σας επιτρέπεται πλέον να ευφραίνεστε, επειδή πέθανε μεν ο ασεβής βασιλιάς, για τον οποίο παλαιότερα χαρήκατε, και τον διαδέχθηκε στην εξουσία ένας θεοσεβής άνδρας, όπως μαρτυρείται για τον Εζεκία στο δεύτερο βιβλίο των Παραλειπομένων και στο τέταρτο των Βασιλειών. Όπως, λοιπόν, επί του ασεβούς Άχαζ ήταν φυσικό να χαίρονται και να ευφραίνονται οι αλλόφυλοι, έτσι, επί του δικαίου ανδρός, του Εζεκία, η προφητεία απευθυνόμενη προς αυτούς λέει εύστοχα: «Μην ευφραίνεστε, αλλόφυλοι». Διότι παλαιότερα, όταν ζούσε ακόμη ο Άχαζ και έπραττε πράγματα εχθρικά προς τον Θεό, ήταν φυσικό να ευφραίνεστε, επειδή είχε συντριβεί ο ζυγός του Άχαζ, ώστε να μην μπορεί να σας υποτάξει, ούτε να σας επιβάλει τον ζυγό της εξουσίας του, και γι' αυτό πλήθαιναν τα δεινά. Όπως ακριβώς, εφόσον δεν υπήρχε κανείς για να την πατάξει, η ερπυστική και ιοβόλος δύναμη των πονηρών πνευμάτων αυξανόταν τότε, έτσι και τώρα που διαδέχθηκε τη βασιλεία ένας θεοφιλής άνδρας, μη χαίρεστε πια όπως πριν· διότι στέκεται από πάνω σας αυτός που σας πατάσσει, σας χτυπά και σας σωφρονίζει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες