Τῆς ‹κατὰ Βαβυλῶνος ὁράσεως› περιγραφείσης ἀρχὴν ἑτέραν ὑποθέσεως ὁ λόγος ποιεῖται τοῖς τὴν Παλαιστίνην οἰκοῦσιν 〈ἀλλοφύλοις〉 προσφωνῶν, οὓς ἡ Ἑβραϊκὴ 〈φωνὴ〉 καὶ οἱ λοιποὶ ἑρμηνευταὶ 〈Φυλιστιαίους〉 ὠνόμαζον, Ἕλληνες δὲ μεταβαλόντες τοὔνομα Παλαιστίνους ἐκάλουν. ζῶντος μὲν τοῦ Ἄχαζ ἐν αὐτῇ τε τῇ Ἰερουσαλὴμ καὶ ταῖς λοιπαῖς τῆς Ἰουδαίας πόλεσιν εἰδωλολατρούντων, ὡς ἡ ἱστορία δηλοῖ τοὺς ἐκ γειτόνων ἀλλοφύλους, τάχα δὲ καὶ τοὺς τούτων ὀνομαζομένους θεοὺς πονηροὺς ὄντας δαίμονας εὐφραίνεσθαι, εἰκὸς ἦν ἐπὶ τῇ πλάνῃ καὶ τῇ ἀπωλείᾳ τοῦ τε Ἄχαζ καὶ τοῦ ὑπ᾽ αὐτὸν λαοῦ καλουμένου Ἰούδα. ὁ γὰρ λεγόμενος λαὸς Ἰσραὴλ καὶ οἱ ἐν Σαμαρείᾳ βασιλεῖς ὑπ᾽ Ἀσσυρίοις ἦσαν αἰχμάλωτοι ληφθέντες ἤδη. ἱστορεῖ γοῦν ἡ βίβλος τῶν Βασιλειῶν «ὡς ἐταπείνωσε κύριος τὴν Ἰουδαίαν διὰ Ἄχαζ βασιλέα Ἰούδα, ὅτι ἀπέστη ἀποστάσει ἀπὸ κυρίου».
Μετάφραση
Αφού περιγράφηκε η «όραση κατά της Βαβυλώνος», ο λόγος κάνει την αρχή ενός νέου θέματος απευθυνόμενος στους αλλοφύλους που κατοικούν στην Παλαιστίνη, τους οποίους η εβραϊκή γλώσσα και οι λοιποί ερμηνευτές ονόμαζαν Φιλισταίους, ενώ οι Έλληνες, παραφθείροντας το όνομα, τους αποκαλούσαν Παλαιστίνους. Όσο ζούσε ο Άχαζ, και ενόσω οι κάτοικοι τόσο στην ίδια την Ιερουσαλήμ όσο και στις υπόλοιπες πόλεις της Ιουδαίας ειδωλολατρούσαν, όπως βεβαιώνει η ιστορία, ήταν επόμενο οι γειτονικοί αλλόφυλοι —και ίσως ακόμη και οι ονομαζόμενοι θεοί τους, οι οποίοι ήταν πονηροί δαίμονες— να ευφραίνονται για την πλάνη και την απώλεια τόσο του Άχαζ όσο και του υπό την εξουσία του λαού, που ονομαζόταν Ιούδας. Διότι ο λεγόμενος λαός του Ισραήλ και οι βασιλείς στη Σαμάρεια είχαν ήδη πιαστεί αιχμάλωτοι από τους Ασσυρίους. Αναφέρει, άλλωστε, το βιβλίο των Βασιλειών «ότι ο Κύριος ταπείνωσε την Ιουδαία εξαιτίας του Άχαζ, του βασιλιά του Ιούδα, επειδή αποστάτησε ολοκληρωτικά από τον Κύριο».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες