Ἐξέστη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, ὃν τρόπον ὅταν ἐν δρυμῷ ξύλον ὑπὸ πνεύματος σαλευθῇ. Τὸ δὲ, ἐξέστη, τίθησι κοινῶς, ἀντὶ τοῦ, κατεπλάγη, καὶ μικρὸν καὶ αὐτῆς ἐκπέπτωκε φρενός. Τὰ γάρ τοι δεινὰ τῶν δειμάτων, ἰκανά πώς ἐστι εἰς τὸ κατασεῖσαι δύνασθαι τὸν νοῦν, καὶ καταδονῆσαι τὴν ψυχὴν, καί τι τοιοῦτον ὑπομεῖναι δοκεῖν, ὁποῖον ἂν πάθοι καὶ τὸ ἐν δρυμοῖς ξύλον, πνευμάτων ἀγρίων προσβολαῖς τῇδέ τε κἀκεῖσε διαῤῥιπτούμενον. Γέγονε δὲ μάλιστα τῆς δειλίας ἡ πρόφασις, ἤτοι τῆς ἐκστάσεως αὐτῷ τὸ συμβεβηκός. Ἤδη γὰρ ἔφην ὅτι βασιλεύοντος αὐτοῦ, πεπολεμήκει πρὸς τὸν Ἰούδαν ὁ Φακεὲ, καὶ ἀνεῖλεν ἐκ τοῦ λαοῦ ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδας. Ὅτε τοίνυν καὶ μόνος ὁ Φακεὲ τοσοῦτος γέγονεν, ὡς κατισχῦσαι ῥᾳδίως τῶν ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις· πῶς οὐκ ἔδει τὸν ἐν τοῖς ἐσχάτοις ἐνδείξασθαι φόβον, αὐτόν τε τὸν Ἄχαζ, καὶ τὸν ἐπ᾽ αὐτῷ λαὸν, συμπεφωνηκότος τοῦ Σύρου, καὶ συνεξοπλίζοντος τῷ Ἐφραῒμ μετὰ τῶν Ἱεροσολύμων; <Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ἡσαΐαν, Ἔξελθε εἰς συνάντησιν Ἄχαζ, σὺ καὶ ὁ καταλειφθεὶς Ἰασοῦν ὁ υἱός σου, πρὸς τὴν κολυμβήθραν τῆς ἄνω ὁδοῦ τοῦ ἀγροῦ τοῦ κναφέως. Καὶ ἐρεῖς αὐτῷ, Φύλαξαι τοῦ ἡσυχάσαι, καὶ μὴ φοβοῦ, μηδὲ ἡ ψυχή σου ἀσθενείτω ἀπὸ τῶν δύο ξύλων τῶν δαλῶν τῶν καπνιζομένων τούτων.
Μετάφραση
Εξέστη η ψυχή του και η ψυχή του λαού του, όπως ακριβώς όταν στο δάσος ένα δέντρο σαλεύεται από τον άνεμο. Τη λέξη «εξέστη» την τοποθετεί με την κοινή της έννοια, αντί του «κατεπλάγη», και πως έχασε κάπως ακόμη και τα λογικά του. Διότι τα πλέον φοβερά από τα τρομακτικά γεγονότα είναι αρκετά ικανά στο να μπορούν να συνταράξουν τον νου και να συγκλονίσουν την ψυχή, και να την κάνουν να φαίνεται πως υφίσταται κάτι τέτοιο, όπως αυτό που θα πάθαινε το δέντρο στα δάση, ριπτόμενο εδώ κι εκεί από τις προσβολές άγριων ανέμων. Αιτία δε της δειλίας του, δηλαδή της ταραχής του, υπήρξε το γεγονός που του συνέβη. Διότι ήδη ανέφερα ότι κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ο Φακεέ είχε πολεμήσει εναντίον του Ιούδα και σκότωσε από τον λαό σε μία ημέρα εκατόν είκοσι χιλιάδες. Όταν λοιπόν μόνος του ο Φακεέ έγινε τόσο ισχυρός, ώστε να κατισχύσει εύκολα των Ιεροσολύμων, πώς δεν έπρεπε να επιδείξουν τον έσχατο φόβο, και ο ίδιος ο Άχαζ και ο λαός που βρισκόταν υπό την εξουσία του, εφόσον ο Σύρος είχε συμφωνήσει και εξοπλιζόταν μαζί με τον Εφραίμ εναντίον των Ιεροσολύμων; <Και είπε ο Κύριος προς τον Ησαΐα: Έξελθε σε συνάντηση του Άχαζ, εσύ και ο Ιασούν ο γιος σου που έχει απομείνει, προς τη δεξαμενή της άνω οδού του αγρού του γναφέα. Και θα του πεις: Πρόσεξε να μείνεις ήσυχος και μη φοβάσαι, ούτε να αποθαρρύνεται η ψυχή σου από αυτά τα δύο ξύλα, τους δαυλούς που καπνίζουν.>
Περισσότερα
Λεπτομέρειες