Δεῖ οὖν ἡμᾶς, τὴν ἀπόδειξιν τῶν πραγμάτων ποιουμένους, ἐκδέχεσθαι ἀκριβῶς τὰ προκείμενα πρὸς πεισμονὴν τῶν ἀκροατῶν· τίνες δὲ καὶ ὁποῖαι αἱ αἰχμαλωσίαι γεγένηνται τῷ λαῷ καὶ ἐπὶ τίνων βασιλέων μὴ παραλείψωμεν. πέντε γὰρ οὗτοι υἱοὶ γίνονται τοῦ μακαρίου Ἰωσίου, Ἰωάχας, Ἐλιακεὶμ ὁ καὶ Ἰωακείμ, Ἰωάνναν, Σεδεκίας ὁ καὶ Ἰεχονίας, καὶ Σαλούμ. καὶ ὁ μὲν Ἰωάχας μετὰ τὴν τελευτὴν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ χρίεται ὑπὸ τοῦ λαοῦ εἰς βασιλέα, ὢν ἐτῶν εἰκοσιτριῶν. ἐπὶ τοῦτον ἀναβαίνει Φαραὼ Νεχαὼ ἐν τῷ μηνὶ τῷ τρίτῳ τῆς βασιλείας αὐτοῦ καὶ λαβὼν αὐτόν, δέσμιον ἄγει αὐτὸν εἰς Αἴγυπτον καὶ ἐπιτίθησιν φόρον τῇ γῇ „ἑκατὸν τάλαντα ἀργυρίου καὶ δέκα τάλαντα χρυσίου“ καὶ καθιστᾷ ἀντ’ αὐτοῦ Ἐλιακεὶμ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ βασιλέα ἐπὶ τῆς γῆς, ὃν καὶ μετωνόμασεν Ἰωακείμ. οὗτος βασιλεύει ἔτη ἕνδεκα. ἐπὶ τοῦτον „ἀνέβη“ „Ναβουχοδονόσορ βασιλεὺς Βαβυλῶνος“, καὶ λαβὼν αὐτὸν δέσμιον, ἄγει αὐτὸν εἰς Βαβυλῶνα „καὶ μέρος τι τῶν σκευῶν οἴκου κυρίου“ τῶν ἐν Ἱερουσαλήμ. οὗτος κατάκλειστος γενόμενος ὡς φίλος τοῦ Φαραὼ καὶ ὑπ’ αὐτοῦ βασιλεὺς κατασταθείς, ἐξάγεται „τῷ τριακοστῷ ἔτει“ ὑπὸ Εὐιλὰτ Μαρωδὰχ βασιλέως Βαβυλῶνος. „καὶ ἔκειρεν“ αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν καὶ ἦν αὐτοῦ σύμβουλος „καὶ ἤσθιεν“ τράπεζαν μετ’ αὐτοῦ „ἕως ἡμέρας ἧς ἀπέθανεν“.
Μετάφραση
Πρέπει, λοιπόν, εμείς, παρέχοντας την απόδειξη των πραγμάτων, να κατανοούμε με ακρίβεια τα προκείμενα, ώστε να πείθονται οι ακροατές· και ας μην παραλείψουμε ποιες και τι είδους ήταν οι αιχμαλωσίες που συνέβησαν στον λαό και επί ποιων βασιλέων. Διότι πέντε είναι οι γιοι του μακαρίου Ιωσία: ο Ιωάχας, ο Ελιακείμ ο οποίος ονομάστηκε και Ιωακείμ, ο Ιωάνναν, ο Σεδεκίας ο οποίος ονομάστηκε και Ιεχονίας, και ο Σαλούμ. Και ο μεν Ιωάχας, μετά τον θάνατο του πατέρα του, χρίεται από τον λαό βασιλιάς, σε ηλικία είκοσι τριών ετών. Εναντίον του εκστρατεύει ο Φαραώ Νεχαώ τον τρίτο μήνα της βασιλείας του και, αφού τον συλλαμβάνει, τον οδηγεί δέσμιο στην Αίγυπτο και επιβάλλει φόρο στη χώρα «εκατό τάλαντα αργύρου και δέκα τάλαντα χρυσού», και καθιστά αντ' αυτού βασιλιά της χώρας τον αδελφό του Ελιακείμ, τον οποίο και μετονόμασε Ιωακείμ. Αυτός βασιλεύει έντεκα έτη. Εναντίον αυτού «ανέβηκε ο Ναβουχοδονόσορ ο βασιλιάς της Βαβυλώνας» και, αφού τον συνέλαβε δέσμιο, τον οδηγεί στη Βαβυλώνα «μαζί με ένα μέρος των σκευών του οίκου του Κυρίου» που βρίσκονταν στην Ιερουσαλήμ. Αυτός, αφού φυλακίστηκε επειδή ήταν φίλος του Φαραώ και είχε εγκατασταθεί από εκείνον ως βασιλιάς, εξάγεται από τη φυλακή «το τριακοστό έτος» από τον Ευιλάτ Μαρωδάχ, βασιλιά της Βαβυλώνας. «Και κούρεψε» το κεφάλι του και τον είχε σύμβουλό του «και έτρωγε» στο τραπέζι μαζί του «έως την ημέρα που πέθανε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες