Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Δαβὶδ οὐκ ἄλλον ἢ αὐτὸν τὸν θεὸν παρεκάλει περὶ τοῦ ῥυσθῆναι· «πρὸς σέ, κύριε, ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα, καὶ ἐπήκουσάς μου· κύριε, ῥῦσαι τὴν ψυχήν μου ἀπὸ χειλέων ἀδίκων καὶ ἀπὸ γλώσσης δολίας»· τούτῳ καὶ τὴν χάριν ἀνατιθεὶς «ἐλάλησε καὶ τοὺς λόγους τῆς ᾠδῆς» ἐν τῷ ἑπτακαιδεκάτῳ ψαλμῷ, «ἐν ᾗ ἡμέρᾳ ἐρρύσατο αὐτὸν ὁ κύριος ἐκ χειρὸς πάντων τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ καὶ ἐκ χειρὸς Σαοὺλ καὶ εἶπεν· ἀγαπήσω σε, κύριε, ἡ ἰσχύς μου, κύριος στερέωμά μου καὶ καταφυγή μου καὶ ῥύστης μου». ὁ δὲ Παῦλος πολλοὺς διωγμοὺς ὑπομείνας οὐκ ἄλλῳ ἢ τῷ θεῷ ηὐχαρίστει λέγων· «ἀλλ’ ἐκ πάντων με ἐρρύσατο ὁ κύριος» «καὶ ῥύσεται, εἰς ὃν ἤλπισα». καὶ οὐκ ἄλλος δὲ ἢ ὁ θεὸς εὐλόγησε τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαάκ· καὶ ὁ Ἰσαὰκ δὲ ἐπευχόμενος τῷ Ἰακὼβ ἔλεγεν· «ὁ θεός μου εὐλογήσαι σε καὶ αὐξήσαι σε, καὶ ἔσῃ εἰς συναγωγὰς ἐθνῶν, καὶ δῴη σοι τὴν εὐλογίαν Ἀβραὰμ τοῦ πατρός μου». εἰ δὲ οὐκ ἄλλου τινός ἐστιν εὐλογεῖν καὶ ῥύεσθαι ἢ τοῦ θεοῦ καὶ οὐκ ἄλλος τις ἦν ὁ ῥυόμενος τὸν Ἰακὼβ ἢ αὐτὸς ὁ κύριος, τὸν δὲ ῥυόμενον αὐτὸν ὁ πατριάρχης ἐπεκαλεῖτο ἐπὶ τοὺς ἐγγόνους, δῆλόν ἐστιν, ὡς οὐκ ἄλλον ἐν τῇ εὐχῇ συνῆπτε τῷ θεῷ ἢ τὸν τούτου λόγον, ὃν διὰ τοῦτο καὶ «ἄγγελον ἐκάλεσεν», ὅτι μόνος οὗτός ἐστιν ὁ ἀποκαλύπτων τὸν πατέρα.
Μετάφραση
Γι' αυτόν τον λόγο και ο Δαβίδ κανέναν άλλον δεν παρακαλούσε για να τον λυτρώσει παρά τον ίδιο τον Θεό: «Προς εσένα, Κύριε, στην θλίψη μου έκραξα, και με εισάκουσες· Κύριε, λύτρωσε την ψυχή μου από άδικα χείλη και από δόλια γλώσσα». Αποδίδοντας μάλιστα την ευγνωμοσύνη του σε Αυτόν, «μίλησε με τα λόγια της ωδής» στον δέκατο έβδομο ψαλμό, «εκείνη την ημέρα που τον λύτρωσε ο Κύριος από τα χέρια όλων των εχθρών του και από τα χέρια του Σαούλ, και είπε: Θα σε αγαπήσω, Κύριε, η ισχύς μου, ο Κύριος είναι το στερέωμά μου, η καταφυγή μου και ο λυτρωτής μου». Ο δε Παύλος, έχοντας υπομείνει πολλούς διωγμούς, σε κανέναν άλλον δεν έδινε ευχαριστίες παρά στον Θεό, λέγοντας: «Αλλά από όλους με λύτρωσε ο Κύριος» «και θα με λυτρώσει, Αυτός στον οποίο έχω ελπίσει». Και κανένας άλλος παρά ο Θεός δεν ευλόγησε τον Αβραάμ και τον Ισαάκ· και ο Ισαάκ, εξάλλου, όταν έδινε την ευχή του στον Ιακώβ, έλεγε: «Ο Θεός μου είθε να σε ευλογήσει και να σε πληθύνει, και θα γίνεις σύναξη εθνών, και είθε να σου δώσει την ευλογία του Αβραάμ, του πατέρα μου». Εάν λοιπόν σε κανέναν άλλον δεν ανήκει το να ευλογεί και να λυτρώνει παρά μόνο στον Θεό, και κανένας άλλος δεν ήταν εκείνος που λύτρωνε τον Ιακώβ παρά ο ίδιος ο Κύριος, και αυτόν ακριβώς που τον λύτρωνε επικαλούνταν ο πατριάρχης για τους εγγονούς του, είναι προφανές ότι κανέναν άλλον δεν συνέδεε στην προσευχή του με τον Θεό παρά τον Λόγο Του, τον οποίο γι' αυτόν τον λόγο και ονόμασε «άγγελο», διότι Αυτός μόνος είναι εκείνος που αποκαλύπτει τον Πατέρα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες