Ἀλλὰ Παῦλος μὲν εἰκότως ἐλάμβανεν, ἔργον ἔχων τηλικοῦτον, εἴ που καὶ ἐλάμβανεν· οἱ δὲ μηδὲν ἐργαζόμενοι, πῶς ἂν δύναιντο λαμβάνειν; Ἀλλ᾽ εὔχομαι, φησίν. Ἀλλ᾽ οὐκ ἔστι τοῦτο ἔργον· τοῦτο γὰρ ἔστι καὶ μετὰ ἔργου ποιεῖν. Ἀλλὰ νηστεύω. Ἀλλ᾽ οὐδὲ τοῦτο ἔργον. Ἀλλ᾽ ὅρα τὸν μακάριον τοῦτον πολλαχοῦ κηρύττοντα, καὶ ἐργαζόμενον. Ἠκαιρεῖσθε δὲ, φησί. Τί ἐστιν, Ἠκαιρεῖσθε; Οὐ τῆς ῥᾳθυμίας ὑμῶν, φησὶν, ἀλλὰ τῆς ἀνάγκης· οὐκ εἴχετε ἐν χερσὶν, οὐδὲ ἐν ἀφθονίᾳ ἦτε· τοῦτο γάρ ἐστιν, Ἠκαιρεῖσθε δέ. Ἀπὸ τῆς κοινῆς αὐτὸ συνηθείας ἔλαβεν. Οὕτω γὰρ οἱ πλείους λέγουσιν, ὅταν αὐτοῖς μὴ μετὰ ἀφθονίας ἐπιῤῥέῃ τὰ βιωτικὰ, ἀλλ᾽ ἐν στενοχωρίᾳ ᾖ. Οὐχ ὅτι καθ᾽ ὑστέρησιν λέγω. Εἶπον, φησὶν, Ἤδη ποτὲ, καὶ ἐπετίμησα, οὐχὶ τὸ ἐμαυτοῦ ζητήσας, οὐδὲ διὰ τοῦτο μεμφόμενος, ὡς ἐν ἐνδείᾳ ὤν· οὐδὲ γὰρ διὰ τοῦτο ἐζήτουν. Πόθεν δῆλον, ὅτι οὐ κομπάζεις, ὦ Παῦλε; Κορινθίοις μὲν οὖν φησιν· Οὐ γὰρ ἄλλα γράφομεν ὑμῖν, ἀλλ᾽ ἢ ἃ ἀναγινώσκετε, ἢ καὶ ἐπιγινώσκετε. Καὶ ἐπὶ τούτων δὲ οὐκ ἂν, ὥστε ἁλῶναι, ἔλεγεν. Οὐκ ἂν, εἴ γε ἐκόμπαζε, ταῦτα εἶπε· παρὰ γὰρ εἰδόσιν ἔλεγε, καὶ πλείων ἦν ἡ αἰσχύνη ἁλῶναι. Ἐγὼ γὰρ ἔμαθον ἐν οἷς εἰμι, φησὶν, αὐτάρκης εἶναι. Ἄρα διδασκαλίας ἐστὶ τὸ πρᾶγμα, καὶ γυμνασίας καὶ μελέτης. Οὐ γὰρ εὐκατόρθωτόν ἐστιν, ἀλλὰ καὶ σφόδρα δύσκολον καὶ πόνον ἔχον πολύν.
Μετάφραση
Αλλά ο Παύλος, βέβαια, δικαιολογημένα ελάμβανε, εφόσον επιτελούσε τόσο μεγάλο έργο, αν βεβαίως ελάμβανε κάτι· όσοι όμως δεν εργάζονται καθόλου, πώς θα μπορούσαν να λαμβάνουν; «Αλλά εγώ προσεύχομαι», λέει κάποιος. Όμως αυτό δεν είναι εργασία· διότι αυτό μπορεί κανείς να το πράττει και ενώ εργάζεται. «Αλλά εγώ νηστεύω». Ούτε όμως αυτό είναι εργασία. Αλλά πρόσεξε αυτόν τον μακάριο, ο οποίος σε πολλά μέρη και κηρύττει και εργάζεται. «Δεν είχατε όμως την ευκαιρία», λέει. Τι σημαίνει, «δεν είχατε την ευκαιρία»; Δεν προερχόταν, λέει, από τη ραθυμία σας, αλλά από την ανάγκη· δεν είχατε αγαθά στα χέρια σας, ούτε βρισκόσασταν σε αφθονία· διότι αυτό σημαίνει το «δεν είχατε την ευκαιρία». Το έλαβε αυτό από την κοινή συνήθεια. Διότι έτσι λένε οι περισσότεροι, όταν δεν τους προσφέρονται τα βιοτικά αγαθά με αφθονία, αλλά βρίσκονται σε οικονομική δυσχέρεια. «Όχι ότι μιλώ επειδή βρίσκομαι σε στέρηση». Είπα, λέει, το «επιτέλους κάποτε», και σας έκανα παρατήρηση, όχι γιατί ζητούσα το δικό μου συμφέρον, ούτε γιατί σας κατηγορούσα για τούτο, σαν να βρισκόμουν σε ένδεια· διότι δεν τα αναζητούσα γι' αυτόν τον λόγο. Από πού είναι φανερό ότι δεν κομπάζεις, ω Παύλε; Στους Κορινθίους, λοιπόν, λέει: «Διότι δεν σας γράφουμε άλλα, παρά εκείνα που διαβάζετε ή και αναγνωρίζετε». Και απέναντι σε αυτούς, εξάλλου, δεν θα μιλούσε με τέτοιο τρόπο ώστε να πιαστεί να ψεύδεται. Δεν θα τα έλεγε αυτά, εάν κομπορρημονούσε· διότι μιλούσε σε ανθρώπους που εγνώριζαν την αλήθεια, και θα ήταν μεγαλύτερη η ντροπή του να ξεσκεπαστεί. «Διότι εγώ έμαθα», λέει, «στις συνθήκες όπου βρίσκομαι, να είμαι αυτάρκης». Άρα το ζήτημα απαιτεί εκμάθηση, άσκηση και μελέτη. Διότι δεν είναι κάτι που κατορθώνεται εύκολα, αλλά είναι πάρα πολύ δύσκολο και απαιτεί πολύ κόπο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες