ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΣΜΖʹ. Τῆς Γραφῆς λεγούσης· «Μὴ καυχᾶσθε, καὶ μὴ λαλεῖτε ὑψηλά·» καὶ τοῦ Ἀποστόλου ποτὲ μὲν ὁμολογοῦντος, ὅτι «Ὃ λαλῶ, οὐ κατὰ Κύριον λαλῶ, ἀλλ᾽ ὡς ἐν ἀφροσύνῃ, ἐν ταύτῃ τῇ ὑποστάσει τῆς καυχήσεως·» καὶ πάλιν· «Γέγονα ἄφρων καυχώμενος·» ποτὲ δὲ ἐπιτρέποντος, ὅτι «Ὁ καυχώμενος, ἐν Κυρίῳ καυχάσθω·» τίς ἐστιν ἡ ἐν Κυρίῳ καύχησις, καὶ τίς ἡ ἀπηγορευμένη. ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ. Τοῦ μὲν Ἀποστόλου ἡ κατ᾽ ἀνάγκην πρὸς τὰ πάθη ἔνστασις εὔδηλος. Οὐ γὰρ ἵνα ἑαυτὸν συστήσῃ, ταῦτά φησιν, ἀλλ᾽ ἵνα τὸ θράσος τῆς τινων ἀλαζονείας καὶ τὴν ἔπαρσιν καταβάλῃ. Καύχησις δὲ ἡ μὲν ἐν Κυρίῳ ἐστὶν, ὅταν τις τὰ κατορθώματα μὴ ἑαυτῷ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ ἀνατίθηται, λέγων· Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ· ἡ δὲ ἀπηγορευμένη διπλοῦν ἂν ἔχοι λόγον, ἢ κατὰ τὸ, Ἐπαινεῖται ὁ ἁμαρτωλὸς ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς ψυχῆς αὐτοῦ· καὶ, Τί ἐγκαυχᾷ ἐν κακίᾳ ὁ δυνατός; ἢ κατὰ τὸ, Ποιοῦσι πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις, δι᾽ αὐτοῦ τοῦ θέλειν ἐπαινεθῆναι ἐφ᾽ οἷς ποιοῦσιν, οἱονεὶ ἐγκαυχώμενοι τοῖς γινομένοις. Οἱ δὲ τοιοῦτοι καὶ ἱερόσυλοι εἶεν ἂν, τὰς τοῦ Θεοῦ δωρεὰς ἰδιοποιούμενοι, καὶ τὴν ὀφειλομένην τῷ Θεῷ δόξαν εἰς ἑαυτοὺς ἁρπάζοντες.
Μετάφραση
Ερώτηση 247. Εφόσον η Γραφή λέει: «Μην καυχάστε και μη μιλάτε με υπεροψία», και ο Απόστολος άλλοτε μεν ομολογεί ότι: «Αυτό που λέω, δεν το λέω κατά Κύριον, αλλά σαν μέσα σε αφροσύνη, με αυτή την πεποίθηση της καυχήσεως», και πάλι: «Έγινα άφρων καυχώμενος», άλλοτε δε επιτρέπει λέγοντας ότι: «Εκείνος που καυχάται, ας καυχάται εν Κυρίω»· ποια είναι η εν Κυρίω καύχηση και ποια η απαγορευμένη; Απόκριση. Η αναγκαστική αντίσταση του Αποστόλου απέναντι στα πάθη είναι ολοφάνερη. Διότι δεν λέει αυτά τα πράγματα για να προβάλει τον εαυτό του, αλλά για να καταρρίψει το θράσος της αλαζονείας και την έπαρση κάποιων. Η μεν εν Κυρίω καύχηση υπάρχει όταν κάποιος δεν αποδίδει τα κατορθώματά του στον εαυτό του, αλλά στον Κύριο, λέγοντας: «Όλα τα μπορώ εν Χριστώ που με ενδυναμώνει»· η δε απαγορευμένη καύχηση μπορεί να έχει διπλό χαρακτήρα, είτε σύμφωνα με το: «Ο αμαρτωλός επαινείται στις επιθυμίες της ψυχής του», και το: «Γιατί καυχάσαι για την κακία, ω δυνατέ;», είτε σύμφωνα με το: «Τα κάνουν για να θεαθούν από τους ανθρώπους», εξαιτίας ακριβώς της επιθυμίας τους να επαινεθούν για όσα πράττουν, σαν να καυχώνται για τα πεπραγμένα τους. Οι τέτοιοι άνθρωποι θα ήταν μάλιστα και ιερόσυλοι, καθώς ιδιοποιούνται τις δωρεές του Θεού και αρπάζουν για τον εαυτό τους τη δόξα που οφείλεται στον Θεό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες