Καὶ γὰρ εἰ τὸ ἔχειν παλαιὸν πλοῦτον ἀναγκαιότερον ἐγίνωσκεν πρὸς τελείωσιν ὁ αὐτὸς Ἀπόστολος, οὐκ ἂν κατεφρόνησε τῆς πρώτης αὐτοῦ ἀξίας· ἐπίσημον γὰρ λέγει ἑαυτὸν γεγονέναι, καὶ πολίτην Ῥωμαίων. Καὶ οἱ ἐν Ἱεροσολύμοις δὲ, οἵτινες ἐπώλουν τὰς οἰκίας αὐτῶν καὶ τοὺς ἀγροὺς, καὶ ἐτίθεσαν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων, οὐκ ἂν τοῦτο ἔπραττον, εἰ κεκρυμμένον ἐγίνωσκον ὑπὸ τῶν ἀποστόλων μακαριώτερον εἶναι, τὸ τοῖς ἰδίοις χρήμασι τρέφεσθαι καὶ μὴ καμάτῳ ἰδίῳ καὶ τῇ τῶν χοιρῶν ἐργασίᾳ. Σαφέστερον δὲ διδάσκει περὶ τούτου ὁ εἰρημένος Ἀπόστολος, ἐν οἷς γράφει Ῥωμαίοις τάδε· «Νυνὶ δὲ πορεύομαι εἰς Ἱεροσόλυμα διακονῆσαι τοῖς ἁγίοις. Ηὐδόκησαν γὰρ Μακεδονία καὶ Ἀχαΐα κοινωνίαν τινὰ ποιήσασθαι εἰς τοὺς πτωχοὺς τῶν ἁγίων τῶν ἐν Ἱερουσαλήμ.» Οὗτος δὲ δέσμιος, καὶ φυλακαῖς πολλάκις, καὶ τῷ σκυλμῷ τῆς ὁδοιπορίας ὑποβληθεὶς, καὶ ἐμποδιζόμενος ἐκ τούτου, ὡς εἰώθει, ταῖς ἰδίαις χερσὶ προσπορίζειν ἑαυτῷ τὰς χρείας, ταύτας εἰληφέναι διδάσκει παρὰ τῶν ἀδελφῶν, τῶν ἀπὸ Μακεδονίας πρὸς αὐτὸν ἐλθόντων φάσκων· «Τὸ γὰρ ὑστέρημά μου ἀνεπλήρωσαν οἱ ἀδελφοὶ ἐλθόντες ἀπὸ Μακεδονίας·» καὶ Φιλιππησίοις· «Ὅτι ἐν ἀρχῇ τοῦ Εὐαγγελίου ἐξελθόντος μου ἀπὸ Μακεδονίας οὐδεμίαν Ἐκκλησίαν ἐκοινώνησεν εἰς λόγον δόσεως ἢ λήψεως, εἰ μὴ ὑμεῖς μόνοι· ὅτι καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἅπαξ καὶ δὶς ἐπέμψατέ μοι τὴν χρείαν.»
Μετάφραση
Διότι, εάν ο ίδιος ο Απόστολος θεωρούσε ότι η κατοχή παλαιού πλούτου ήταν πιο αναγκαία για την τελείωση, δεν θα είχε περιφρονήσει το προηγούμενο αξίωμά του· επειδή λέει ότι υπήρξε διακεκριμένος και πολίτης Ρωμαίος. Και εκείνοι στα Ιεροσόλυμα, οι οποίοι πουλούσαν τα σπίτια και τους αγρούς τους και τα έθεταν στα πόδια των αποστόλων, δεν θα το έπρατταν αυτό, εάν γνώριζαν ότι θεωρείται κρυφά από τους αποστόλους ως πιο μακάριο το να τρέφεται κανείς με τα δικά του χρήματα και όχι με τον δικό του κόπο και την εργασία των χεριών του. Σαφέστερα δε διδάσκει περί αυτού ο εν λόγω Απόστολος, σε όσα γράφει προς τους Ρωμαίους ως εξής: «Τώρα όμως πορεύομαι προς τα Ιεροσόλυμα για να διακονήσω τους αγίους. Διότι η Μακεδονία και η Αχαΐα ευαρεστήθηκαν να κάνουν κάποια συνεισφορά για τους φτωχούς από τους αγίους που βρίσκονται στην Ιερουσαλήμ». Αυτός δε, όντας δέσμιος, και έχοντας βρεθεί πολλές φορές σε φυλακές, και έχοντας υποβληθεί στην ταλαιπωρία της οδοιπορίας, και εμποδιζόμενος εξαιτίας αυτού να προσπορίζει για τον εαυτό του τα αναγκαία με τα ίδια του τα χέρια, όπως συνήθιζε, διδάσκει ότι τα έλαβε από τους αδελφούς που ήλθαν σε αυτόν από τη Μακεδονία, λέγοντας: «Διότι το υστέρημά μου το αναπλήρωσαν οι αδελφοί που ήλθαν από τη Μακεδονία»· και προς τους Φιλιππησίους: «Διότι γνωρίζετε ότι στην αρχή του Ευαγγελίου, όταν αναχώρησα από τη Μακεδονία, καμία Εκκλησία δεν είχε μαζί μου κοινωνία όσον αφορά τον λόγο της προσφοράς και της λήψης, παρά μόνο εσείς· διότι και στη Θεσσαλονίκη, και μία και δύο φορές, μου στείλατε τα αναγκαία».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες