Ταῦτα κατ᾽ ἐμαυτὸν ἀνελίσσων ἐν τῇ ψυχῇ καὶ συνεχῶς στρέφων ἐν τῇ καρδίᾳ, μᾶλλον δὲ ἀναστρεφόμενος ὑπ᾽ αὐτῶν τὴν καρδίαν, οὕτω δακνόντων με καὶ ἀμυσσόντων διὰ τῆς μνήμης, οὐδὲν ἐκείνοις ἀπεκρινάμην τοῖς γράμμασιν, οὐχ ὑπεροψίᾳ σιωπήσας (μὴ τοῦτο οἰηθῇς, ἀδελφέ· οὐ γὰρ ἀνθρώποις ἀπολογούμεθα, ἀλλὰ κατενώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ λαλοῦμεν), ἀπορίᾳ δὲ καὶ ἀμηχανίᾳ καὶ τῷ μὴ ἔχειν εἰπεῖν τι τῆς λύπης ἄξιον.
Μετάφραση
Αυτά αναλογιζόμενος μέσα μου στην ψυχή και συνεχώς περιστρέφοντάς τα στην καρδιά μου, ή μάλλον νιώθοντας την καρδιά μου να αναστατώνεται από αυτά, καθώς με πλήγωναν και με σπάραζαν έτσι μέσω της ανάμνησης, δεν έδωσα καμία απάντηση σε εκείνες τις επιστολές, τηρώντας σιγή όχι από υπεροψία (μην το νομίσεις αυτό, αδελφέ· διότι δεν απολογούμαστε σε ανθρώπους, αλλά κατενώπιον του Θεού εν Χριστώ ομιλούμε), αλλά από απορία και αμηχανία και από το γεγονός ότι δεν είχα να πω κάτι αντάξιο της λύπης.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες