Ἀλλ’ οὐκ ἔστι ταῦτα, οὐκ ἔστι. Μὴ σαυτὸν παραλογίσῃ, μᾶλλον δὲ μὴ σαυτὸν καὶ τοὺς ἀκούοντάς σου, εἰς βάραθρον ὤσῃς, μηδὲ τὰ τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων κακὰ ἀνανεώσῃς, τῶν παραμυθίας τινὰς τοῖς ἐπιορκοῦσι δι’ αἰσχρὸν κέρδος ἐπινοησάντων, καὶ τοὺς παῖδας κατὰ τῶν γονέων ὁπλισάντων, καὶ τὰς θείας παρερμηνευσάντων, καὶ ἀνατρεψάντων ἐντολάς· ἀλλ’ εὐαγῶς καὶ εἰλικρινῶς τοῖς διὰ τῶν χρησμῶν θεσμοθετηθεῖσιν ἕπου· οἷς καὶ ὁ ἱερὸς Ἀπόστολος ἀκολούθως ἔλεγεν· «Οὐ γὰρ δυνάμεθά τι κατὰ τῆς ἀληθείας, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας.» Ἢ ἂν μὲν πλούσιος ᾖ ὁ ἐπιορκήσας, καὶ προσενέγκῃ τῷ ἱερεῖ, ἀπολύεται· ἐὰν δὲ πένης καὶ μὴ προσενέγκῃ, εὐθύνεται. Ἀλλὰ ταῦτα οὔ φημι πράττειν, ἀλλ’ οὐδ’ ἐννοεῖν θέμις. Ἐρεῖ γάρ σοι ὁ κριτής· «Ὑπέλαβες ἄν με, ὅτι ἔσομαί σοι ὅμοιος;» Καὶ πῶς οἷόν τε; Ὁ γὰρ προστάξας τοῖς ὑπηκόοις δῶρα ἐπ’ ἀθώοις μὴ δέχεσθαι, οὐκ ἂν δή που τοὺς ἱερωμένους τούτοις καταῤῥυπαίνεσθαι τοῖς αἰσχροῖς κέρδεσι προσέταττεν. Ἀλλὰ τοῦτο ἔφη, ἵνα μετὰ τὴν ἀπολογίαν τῶν ἀποστερηθέντων συνευχόμενοι, καὶ συννηστεύοντες τοῖς πταίσασι, λύσιν αὐτοῖς οὐρανόθεν πορίσοιντο· ἐκεῖνο μηδ’ εἰς νοῦν λαμβάνοντες τό· «Δεῦτε, κληρονομήσωμεν ἑαυτοῖς τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ.» Λειτουργοὶ γάρ εἰσιν, οὐ κοινωνοί· πρέσβεις, οὐ κριταί· μεσίται, οὐ βασιλεῖς.
Μετάφραση
Αλλά δεν είναι έτσι αυτά τα πράγματα, δεν είναι. Μην ξεγελάς τον εαυτό σου, ή μάλλον μην ωθείς στο βάραθρο και τον εαυτό σου και όσους σε ακούν, ούτε να ανανεώνεις τις κακίες των Γραμματέων και των Φαρισαίων, οι οποίοι επινόησαν κάποιες δικαιολογίες για όσους επιορκούν για αισχρό κέρδος, και όπλισαν τα παιδιά εναντίον των γονέων τους, και παρερμήνευσαν και ανέτρεψαν τις θείες εντολές· αλλά με ευλάβεια και ειλικρίνεια να ακολουθείς εκείνα που νομοθετήθηκαν μέσω των θείων λογίων· σύμφωνα με τα οποία και ο ιερός Απόστολος έλεγε: «Διότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα εναντίον της αλήθειας, αλλά υπέρ της αλήθειας». Ή μήπως, αν αυτός που επιορκεί είναι πλούσιος και προσφέρει δώρα στον ιερέα, απαλλάσσεται, ενώ αν είναι φτωχός και δεν προσφέρει, τιμωρείται; Αλλά λέω ότι αυτά όχι μόνο δεν πρέπει να τα πράττει κανείς, αλλά ούτε καν να τα σκέφτεται δεν είναι θεμιτό. Διότι θα σου πει ο Κριτής: «Υπέθεσες μήπως ότι θα είμαι όμοιος με εσένα;». Και πώς είναι δυνατόν; Διότι εκείνος που πρόσταξε τους υπηκόους του να μη δέχονται δώρα εις βάρος των αθώων, δεν θα επέτρεπε βέβαια να μολύνονται οι ιερωμένοι από αυτά τα αισχρά κέρδη. Αλλά το είπε αυτό, ώστε, αφού γίνει η αποκατάσταση εκείνων που αδικήθηκαν, προσευχόμενοι και νηστεύοντας μαζί με εκείνους που έσφαλαν, να εξασφαλίσουν σε αυτούς τη συγχώρεση από τον ουρανό, χωρίς να βάζουν καν στο νου τους εκείνο το ρητό: «Ελάτε να κληρονομήσουμε για τον εαυτό μας το θυσιαστήριο του Θεού». Διότι είναι λειτουργοί, όχι συνέταιροι· πρέσβεις, όχι κριτές· μεσίτες, όχι βασιλείς.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες