Ἀλλὰ πάλιν λέγετε· Ἡμεῖς Θεὸν λέγομεν τὸν ἐκ Μαρίας. Πῶς τοίνυν λέγετε, ὡς Μαρκίων, Θεὸν ἐπιδημήσαντα, καὶ Θεὸν ἀθιγῶς προσεληλυθότα, φύσιν ἔχοντα ἀνεπίδεκτον σαρκὸς ἀνθρωπίνης; Ἢ πῶς λέγετε Θεὸν, ὡς Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς; τοῦτο γὰρ τῆς ἐκείνου ἀσεβείας τὸ πρόσχημα, Θεὸν ὁμολογεῖν τὸν ἐκ Μαρίας, πρὸ αἰώνων μὲν προορισθέντα, ἐκ δὲ Μαρίας τὴν ἀρχὴν τῆς ὑπάρξεως ἐσχηκότα. Λόγον δὲ ἐνεργῆ ἐξ οὐρανοῦ καὶ σοφίαν ἐν αὐτῷ ὁμολογεῖ, πλεῖον παρ᾽ ὑμᾶς χαριζόμενος κατὰ τὴν ἑαυτοῦ ἀσέβειαν· ὥσπερ ὑμεῖς λέγετε νοῦν ἐπουράνιον ἐν σώματι ἐμψύχῳ. Οὔτε δὲ σῶμα ἔμψυχον ἤδη ἄνθρωπος τέλειος, οὔτε νοῦς ἐπουράνιος ἤδη Θεός. Σῶμα γὰρ ἔμψυχον λέγεται, ἐφ᾽ ᾧ ἐνυποστάτως τὸ τῆς ψυχῆς φέρεται ὄνομα. Σῶμα δὲ ἀνθρώπου σῶμα λέγεται, καὶ οὐ ψυχή· καὶ ψυχὴ ἀνθρώπου λέγεται, καὶ οὐ σῶμα, ἕτερον πρὸς ἕτερον ὂν, τουτέστι πνεῦμα πρὸς σῶμα. Τίς δὲ, φησὶν, ἔγνω νοῦν Κυρίου; Νοῦς Κυρίου οὔπω Κύριος, ἀλλὰ Κυρίου θέλησις, ἢ βουλὴ, ἢ ἐνέργεια πρός τι. Πῶς οὖν ταῦτα λαλεῖν ἐπινοεῖτε, πλαστοῖς λόγοις καπηλεύοντες τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ;
Μετάφραση
Αλλά πάλι λέτε: Εμείς ονομάζουμε Θεό αυτόν που προήλθε από τη Μαρία. Πώς λοιπόν λέτε, όπως ο Μαρκίων, ότι ο Θεός επιδήμησε, και ότι ο Θεός ήλθε αθίκτως, έχοντας φύση που δεν επιδέχεται ανθρώπινη σάρκα; Ή πώς ονομάζετε Θεό [κάποιον], όπως ο Παύλος ο Σαμοσατεύς; Διότι αυτό είναι το πρόσχημα της δικής του ασέβειας: το να ομολογεί ως Θεό αυτόν που προέρχεται από τη Μαρία, ο οποίος προορίστηκε μεν προ των αιώνων, έλαβε δε την αρχή της υπάρξεώς του από τη Μαρία. Ομολογεί δε ότι υπάρχει σε αυτόν ενεργός Λόγος από τον ουρανό και σοφία, παραχωρώντας περισσότερα από εσάς, σύμφωνα με τη δική του ασέβεια· όπως ακριβώς εσείς λέτε ότι υπάρχει επουράνιος νους μέσα σε έμψυχο σώμα. Όμως, ούτε το έμψυχο σώμα είναι ήδη τέλειος άνθρωπος, ούτε ο επουράνιος νους είναι ήδη Θεός. Διότι έμψυχο λέγεται το σώμα στο οποίο αποδίδεται ενυποστάτως το όνομα της ψυχής. Και το σώμα του ανθρώπου ονομάζεται σώμα, και όχι ψυχή· και η ψυχή του ανθρώπου ονομάζεται ψυχή, και όχι σώμα, εφόσον το ένα είναι διαφορετικό από το άλλο, δηλαδή το πνεύμα σε σχέση με το σώμα. «Ποιος δε», λέγει, «γνώρισε τον νου του Κυρίου;» Ο νους του Κυρίου δεν είναι ο ίδιος ο Κύριος, αλλά η θέληση του Κυρίου, ή η βουλή, ή η ενέργεια προς κάτι. Πώς λοιπόν επινοείτε να λέτε αυτά τα πράγματα, καπηλευόμενοι τον Λόγο του Θεού με πλαστούς λόγους;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες