Ἵνα καὶ οἱ λοιποὶ φόβον ἔχωσιν. Ὅλως δὲ ὁ μὴ καταδεχόμενος τὴν παρὰ τοῦ προεστῶτος θεραπείαν προσαγομένην αὐτῷ ἀσύμφωνός ἐστι καὶ αὐτὸς ἑαυτῷ. Εἰ γὰρ ὑποταγῆναι οὐ καταδέχεται, καὶ τὸ ἑαυτοῦ θέλημα ἐκδικεῖ, τί καὶ ἐστὶ μετ’ αὐτοῦ; τί καὶ προστάτην αὐτὸν τῆς ἑαυτοῦ ζωῆς ἐπιγράφεται; Καταδεξάμενος δὲ ἅπαξ ἐγκαταλεγῆναι τῷ σώματι τῆς ἀδελφότητος, ἐὰν κριθῇ σκεῦος γενέσθαι ὑπουργικὸν, κἂν ὑπὲρ δύναμιν τὸ ἐπίταγμα εἶναι δοκῇ, ἐπιῤῥίψας τὸ κρῖμα τῷ παρὰ δύναμιν ἐπιτάσσοντι, τὸ εὐπειθὲς καὶ ὑπήκοον ἄχρι θανάτου ἐπιδεικνύσθω, μεμνημένος τοῦ Κυρίου, ὅτι ἐγένετο Ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. Τὸ δὲ ἀφηνιάζειν, καὶ ἀντιλέγειν, πολλῶν κακῶν ἀπόδειξιν ἔχει, πίστεως νόσον, ἐλπίδος ἐνδοιασμὸν, ὄγκον τε καὶ ὑπερηφανίαν ἤθους. Οὔτε γὰρ ἀπειθεῖ τις μὴ πρότερον καταγνοὺς τοῦ συμβουλεύσαντος, οὔτε μὴν ὁ πιστεύων ταῖς ἐπαγγελίαις τοῦ Θεοῦ, καὶ βεβαίαν ἔχων ἐπ’ αὐταῖς τὴν ἐλπίδα, κἂν ἐπίπονα ᾖ τὰ προστεταγμένα, ἀποκνήσει ποτὲ πρὸς αὐτά· εἰδὼς, Ὅτι οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλύπτεσθαι. Καὶ ὁ πεπεισμένος, ὅτι ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται, πλείονα προθυμίαν ἐπιδείκνυται τῆς τοῦ ἐπιτάξαντος προσδοκίας, εἰδὼς ὅτι, Τὸ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως καθ’ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται.
Μετάφραση
Για να έχουν φόβο και οι υπόλοιποι. Γενικά δε, εκείνος που δεν αποδέχεται τη θεραπεία που του προσφέρεται από τον προεστώτα, βρίσκεται σε ασυμφωνία και με τον ίδιο τον εαυτό του. Διότι, εάν δεν καταδέχεται να υποταχθεί και επιβάλλει το δικό του θέλημα, γιατί βρίσκεται μαζί του; Γιατί τον αναγνωρίζει ως προστάτη της δικής του ζωής; Εφόσον όμως δέχθηκε μια φορά να συγκαταλεχθεί στο σώμα της αδελφότητας, εάν κριθεί να γίνει σκεύος υπηρετικό, ακόμη και αν το πρόσταγμα φαίνεται να ξεπερνά τις δυνάμεις του, ας επιρρίψει την ευθύνη σε εκείνον που του προστάζει κάτι πάνω από τις δυνάμεις του, και ας επιδεικνύει την ευπείθεια και την υπακοή μέχρι θανάτου, ενθυμούμενος τον Κύριο, ότι έγινε «Υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού». Το να αφηνιάζει όμως κανείς και να αντιλέγει, αποτελεί απόδειξη πολλών κακών: ασθένειας της πίστεως, αμφιβολίας της ελπίδας, καθώς και αλαζονείας και υπερηφάνειας του ήθους. Διότι ούτε απειθεί κανείς, εάν προηγουμένως δεν έχει κατακρίνει εκείνον που τον συμβουλεύει, ούτε βέβαια εκείνος που πιστεύει στις υποσχέσεις του Θεού και έχει βεβαία σε αυτές την ελπίδα του, ακόμη και αν είναι κοπιαστικά τα όσα έχουν προσταχθεί, θα διστάσει ποτέ απέναντί τους, γνωρίζοντας ότι «δεν είναι άξια τα παθήματα του τωρινού καιρού να συγκριθούν με τη μέλλουσα δόξα που πρόκειται να αποκαλυφθεί». Και εκείνος που έχει πειστεί ότι «όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί», επιδεικνύει μεγαλύτερη προθυμία από την προσδοκία εκείνου που τον πρόσταξε, γνωρίζοντας ότι «το προσωρινό και ελαφρύ της θλίψεως κατεργάζεται σε εξαιρετικά υπερβολικό βαθμό ένα αιώνιο βάρος δόξης».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες