τῶν γὰρ συνελθόντων ἐπισκόπων βουλομένων τὰς μὲν παρὰ τῶν Ἀρειανῶν ἐφευρεθείσας τῆς ἀσεβείας λέξεις ἀνελεῖν, τὸ ‹ἐξ οὐκ ὄντων› καὶ τὸ λέγειν ‹κτίσμα› καὶ ‹ποίημα› τὸν υἱὸν καὶ ‹ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν› καὶ ὅτι ‹τρεπτῆς› ἐστι φύσεως, τὰς δὲ τῶν γραφῶν ὁμολογουμένας γράψαι, ὅτι τε ἐκ τοῦ θεοῦ ὁ υἱὸς φύσει μονογενής ἐστιν, λόγος, δύναμις, σοφία μόνη τοῦ πατρός, «θεὸς ἀληθινὸς» ὡς εἶπεν ὁ Ἰωάννης καὶ ὡς ἔγραψεν ὁ Παῦλος «ἀπαύγασμα τῆς δόξης καὶ χαρακτὴρ τῆς τοῦ πατρὸς ὑποστάσεως», οἱ περὶ Εὐσέβιον ὑπὸ τῆς ἰδίας κακοδοξίας ἑλκόμενοι διελάλουν ἀλλήλοις· ‹συνθώμεθα. καὶ γὰρ καὶ ἡμεῖς ἐκ τοῦ θεοῦ ἐσμεν· «εἷς γὰρ θεός, ἐξ οὗ τὰ πάντα» καὶ «τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινά. τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ θεοῦ».› ἐλογίζοντο δὲ καὶ τὸ ἐν τῷ Ποιμένι γραφέν· «πρῶτον πάντων πίστευσον, ὅτι εἷς ἐστιν ὁ θεὸς ὁ τὰ πάντα κτίσας καὶ καταρτίσας καὶ ποιήσας ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι». ἀλλ’ οἱ ἐπίσκοποι θεωρήσαντες τὴν πανουργίαν ἐκείνων καὶ τὴν τῆς ἀσεβείας κακοτεχνίαν λευκότερον εἰρήκασι τὸ ἐκ τοῦ θεοῦ καὶ ἔγραψαν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ θεοῦ εἶναι τὸν υἱόν, ἵνα τὰ μὲν κτίσματα διὰ τὸ μὴ ἀφ’ ἑαυτῶν χωρὶς αἰτίου εἶναι ἀλλὰ ἀρχὴν ἔχειν τοῦ γενέσθαι λέγηται ἐκ τοῦ θεοῦ, ὁ δὲ υἱὸς μόνος ἴδιος τῆς τοῦ πατρὸς οὐσίας· τοῦτο γὰρ ἴδιον μονογενοῦς καὶ ἀληθινοῦ λόγου πρὸς πατέρα.
Μετάφραση
Διότι, ενώ οι επίσκοποι που είχαν συνέλθει επιθυμούσαν αφενός να αναιρέσουν τις ασεβείς εκφράσεις που είχαν εφεύρει οι Αρειανοί, δηλαδή το «εκ του μη όντος» και το να αποκαλούν τον Υιό «κτίσμα» και «ποίημα», καθώς και το «υπήρξε κάποτε καιρός που δεν υπήρχε» και ότι είναι «τρεπτής φύσεως», και αφετέρου να καταγράψουν τις κοινώς ομολογούμενες αλήθειες των Γραφών, ότι δηλαδή ο Υιός είναι εκ του Θεού, φύσει μονογενής, Λόγος, δύναμη και μόνη σοφία του Πατρός, «αληθινός Θεός» όπως είπε ο Ιωάννης, και όπως έγραψε ο Παύλος «απαύγασμα της δόξας και χαρακτήρας της υποστάσεως του Πατρός», οι περί τον Ευσέβιο, παρασυρόμενοι από τη δική τους κακοδοξία, έλεγαν μεταξύ τους: «Ας συμφωνήσουμε. Διότι και εμείς είμαστε εκ του Θεού· "επειδή ένας είναι ο Θεός, από τον οποίο προέρχονται τα πάντα" και "τα παλαιά παρήλθαν, ιδού έγιναν καινούργια. Και τα πάντα προέρχονται εκ του Θεού"». Συλλογίζονταν δε και αυτό που έχει γραφτεί στον Ποιμένα: «Πρώτα από όλα πίστεψε ότι ένας είναι ο Θεός, ο οποίος έκτισε τα πάντα, τα κατήρτισε και τα έφερε από το μη όν στο είναι». Αλλά οι επίσκοποι, επειδή αντιλήφθηκαν την πανουργία τους και την κακοτεχνία της ασέβειάς τους, διατύπωσαν σαφέστερα το «εκ του Θεού» και έγραψαν ότι ο Υιός είναι «εκ της ουσίας του Θεού», ώστε για τα μεν κτίσματα να λέγεται ότι είναι εκ του Θεού, εξαιτίας του ότι δεν υπάρχουν αφ' εαυτών τους χωρίς αιτία, αλλά έχουν αρχή δημιουργίας, ενώ ο Υιός μόνος είναι ίδιος της ουσίας του Πατρός· διότι αυτό είναι ίδιον του μονογενούς και αληθινού Λόγου στη σχέση του προς τον Πατέρα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες