ἴσμεν οὖν ἄρα, φησὶν, ὡς καταλύσαντος τοῦ θανάτου τὴν ἐπίγειον ἡμῶν τοῦ σκήνους οἰκίαν, τουτέστι τὸ σῶμα, διαδέξεται καὶ οὐκ εἰς μακρὰν, κατὰ τὸν τῆς ἀναστάσεως δηλονότι καιρὸν, οἰκητήριον τὸ ἐξ οὐρανοῦ, τουτέστιν ἡ ἀφθαρσία· ἄνωθεν δὲ αὐτὴν εἶναί φησι, πρῶτον μὲν ὅτι θεόσδοτον τὸ χρῆμά ἐστιν· εἶτα πρὸς τούτῳ διά τοι τὸ πάντας τοὺς τὴν ἄνωθεν οἰκοῦντας πόλιν, φημὶ δὴ τὰ τῶν ἁγίων ἀγγέλων συντάγματα, ἐν ἀφθάρτοις τε καὶ ἀνωλέθροις εἶναι σώμασιν· ἀπήλλακται γὰρ τῆς γεώδους ταυτησὶ παχύτητος ἡ ἀγγέλων φύσις. οἰκοδομὴν τοιγαροῦν ἐκ Θεοῦ καὶ ἀχειροποίητον οἰκίαν καὶ μὴν καὶ αἰώνιον ὀνομάζει, τὴν ἀφθαρσίαν. <Καὶ γὰρ ἐν τούτῳ στενάζομεν, τὸ οἰκητήριον ἡμῶν τὸ ἐξ οὐρανοῦ ἐπενδύσασθαι ἐπιποθοῦντες.> Διὰ τοῦτο στενάζομεν ὡς καταβαρυνόμενοι τῇ φθορᾷ, γλιχόμεθα δὲ τὸ ἄνωθεν καὶ ἐξ οὐρανοῦ οἰκητήριον, τουτέστι τὴν ἀφθαρσίαν, ἐπενδύσασθαι. στενάζομεν οὖν οὐκ ἀπόθεσιν τοῦ νῦν ὄντος ἐπιθυμοῦντες εὑρεῖν, ἐπαμφιέσασθαι δὲ μᾶλλον αὐτῷ τὴν ἀφθαρσίαν εὐχόμενοι τὸ ἀχειροποίητον οἰκητήριον, εἴ γε καὶ ἐνδυσάμενοι οὐ γυμνοὶ εὑρεθησόμεθα. καὶ γάρ ἐστιν ἀληθὲς ὅτι “Φθαρτὸν σῶμα βαρύνει ψυχὴν,” πεποιήμεθα δὲ τοῦ στενάζειν τὴν ἀφορμὴν τὸ καταβαρύνεσθαι τῇ φθορᾷ, γλιχόμεθα δὲ τὸ οἰκητήριον τὸ ἄνωθεν καὶ ἐξ οὐρανοῦ τουτέστι τὴν ἀφθαρσίαν ἐπενδύσασθαι.
Μετάφραση
Γνωρίζουμε λοιπόν, λέει, ότι αφού ο θάνατος καταλύσει την επίγεια κατοικία του σκηνώματός μας, δηλαδή το σώμα, θα ακολουθήσει και όχι σε πολύ καιρό, δηλαδή κατά τον καιρό της αναστάσεως, το κατοικητήριο που προέρχεται από τον ουρανό, δηλαδή η αφθαρσία. Και λέει ότι αυτή προέρχεται άνωθεν, πρώτον μεν διότι το πράγμα είναι θεόσδοτο, και έπειτα επιπλέον διότι όλοι όσοι κατοικούν την άνω πόλη, εννοώ βέβαια τα τάγματα των αγίων αγγέλων, βρίσκονται σε σώματα άφθαρτα και ανώλεθρα. Διότι η φύση των αγγέλων έχει απαλλαγεί από αυτή τη γεώδη παχύτητα. Επομένως, οικοδομή εκ Θεού και κατοικία αχειροποίητη, αλλά και αιώνια ονομάζει την αφθαρσία. <Και πράγματι για αυτό στενάζουμε, επιθυμώντας σφόδρα να ντυθούμε επιπλέον το κατοικητήριό μας που προέρχεται από τον ουρανό.> Για αυτό στενάζουμε επειδή καταβαρυνόμαστε από τη φθορά, και επιθυμούμε διακαώς να ντυθούμε επιπλέον το κατοικητήριο άνωθεν και από τον ουρανό, δηλαδή την αφθαρσία. Στενάζουμε λοιπόν όχι επιθυμώντας να βρούμε αποβολή αυτού που υπάρχει τώρα, αλλά μάλλον ευχόμενοι να περιβληθούμε πάνω σε αυτό την αφθαρσία, το αχειροποίητο κατοικητήριο, αν βεβαίως και αφού ενδυθούμε δεν θα βρεθούμε γυμνοί. Διότι είναι αλήθεια ότι «φθαρτό σώμα βαραίνει την ψυχή», και έχουμε κάνει αφορμή του στεναγμού το ότι καταβαρυνόμαστε από τη φθορά, ενώ επιθυμούμε διακαώς να ντυθούμε επιπλέον το κατοικητήριο άνωθεν και από τον ουρανό, δηλαδή την αφθαρσία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες