Τοιοῦτος ἡμῶν ὁ βίος, ἀδελφοί, καὶ εἴ τι τῶν λεχθέντων παροδικώτερον. Ἐγὼ δὲ θαυμάζω τοὺς λέγοντας· τὸ χωρίον μου· καί, ἡ οἰκία μου· ὅπως ματαίῳ συλλαβῇ ἐξοικειοῦνται τὰ μὴ προσήκοντα καὶ τρισὶ στοιχείοις ἀπατηλοῖς ἐναγκαλίζονται τὰ ἀλλότρια. Ὡς γὰρ τὰ τῶν θαυματοποιῶν προσωπεῖα ἔχει μὲν οὐδεὶς κατ’ ἐξαίρετον, πάντες δὲ ἐπίθενται οἱ τῶν δραμάτων ὑποκριταί, οὕτως τὴν γῆν καὶ τὰς ἀπ’ ἐκείνης ὕλας ἄλλοι ἐξ ἄλλων ὡς ἱμάτια μετενδύονται. Μή τι βασιλείας, εἰπέ μοι, δυνατώτερον; ἀλλ’ ὅμως ἐρεύνησον τὰ βασίλεια· ζήτησον χλανίδας βασιλικάς· εὑρήσεις δὲ ταύτας ἱκανάς, αἳ πολλῶν βασιλέων ἐνέδυσαν σώματα. Ὁμοίως δὲ καὶ τοὺς στεφάνους καὶ τὰς πόρπας καὶ τὰς ζώνας, πάντα κληρονομίαν ἄστατον, χρῆσιν κοινὴν ἀπὸ τῶν ὁδευόντων εἰς τοὺς μένοντας ἀποβαίνουσαν. Τί δὲ τῆς τῶν ὑπάρχων ἀξίας ἡ σκηνή, τὸ ἀργυροῦν ὄχημα, ἡ καλαμὶς ἡ χρυσῆ; οὐκ ἀεὶ ταῦτα ἔχει τὸν ὕπαρχον καὶ οὐδέποτε τὸν αὐτόν, εἰ μὴ πρὸς ὀλίγον ἕκαστον; Ὡς γὰρ ἡ κλίνη τῆς ἐκφορᾶς ἄλλοτε ἄλλα δέχεται σώματα, οὕτως καὶ τῶν ἀρχῶν τὰ σύμβολα τοὺς χρωμένους ἀμείβει. Ἐντεῦθεν καὶ ὁ ἀπόστολος ἡμῖν ἐβόα πλείστας φωνὰς ταύτης τῆς διανοίας παιδευτικάς· Παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου· καὶ τό, Ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες· καὶ τό, Οἱ χρώμενοι ὡς μὴ παραχρώμενοι.
Μετάφραση
Τέτοιος είναι ο βίος μας, αδελφοί, και ίσως ακόμη πιο παροδικός από όσα έχουν ειπωθεί. Εγώ δε απορώ με αυτούς που λέγουν: «το χωράφι μου» και «το σπίτι μου»· πώς με μια μάταιη συλλαβή οικειοποιούνται αυτά που δεν τους ανήκουν και με τρία απατηλά γράμματα εναγκαλίζονται τα ξένα. Διότι, όπως ακριβώς τα προσωπεία των ηθοποιών κανείς δεν τα έχει αποκλειστικά δικά του, αλλά τα φορούν όλοι οι υποκριτές των δραμάτων, έτσι και τη γη και τα υλικά αγαθά που προέρχονται από αυτήν, άλλοι από άλλους σαν ενδύματα τα αλλάζουν. Υπάρχει άραγε, πες μου, κάτι πιο ισχυρό από τη βασιλική εξουσία; Αλλά όμως ερεύνησε τα ανάκτορα· αναζήτησε τις βασιλικές χλαμύδες· θα βρεις αυτές αρκετές, οι οποίες έντυσαν τα σώματα πολλών βασιλέων. Ομοίως δε και τα στέμματα και τις πόρπες και τις ζώνες, όλα αυτά αποτελούν μια ασταθή κληρονομιά, μια κοινή χρήση που καταλήγει από αυτούς που αναχωρούν σε εκείνους που μένουν. Τι είναι δε η σκηνή της αξίας των επάρχων, το ασημένιο όχημα, ο χρυσός κάλαμος; Δεν έχουν αυτά πάντοτε κάποιον έπαρχο και ποτέ τον ίδιο, παρά μόνο τον καθένα για λίγο χρόνο; Διότι, όπως ακριβώς η κλίνη της εκφοράς δέχεται άλλοτε άλλα σώματα, έτσι και τα σύμβολα της εξουσίας αλλάζουν αυτούς που τα χρησιμοποιούν. Γι' αυτό και ο απόστολος βροντοφωνάζει σε εμάς πολλά λόγια διδακτικά για αυτό το νόημα: «Διότι παρέρχεται το σχήμα του κόσμου τούτου»· και το, «Ως μηδέν έχοντες και τα πάντα κατέχοντες»· και το, «Εκείνοι που χρησιμοποιούν, σαν να μην καταχρώνται».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες