Οὐχὶ τῷ μὴ τολμῆσαι μόνον· τοῦτο γὰρ πρόδηλον ἦν· ἀλλὰ καὶ τῷ μὴ συνήδεσθαι. Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ προτέρᾳ Ἐπιστολῇ ἔλεγε, Καὶ ὑμεῖς πεφυσιωμένοι ἐστὲ, ἐνταῦθά φησι, Καὶ ταύτης ἑαυτοὺς ἀπηλλάξατε τῆς ὑποψίας, οὐχὶ τῷ μὴ ἐπαινέσαι μόνον, ἀλλὰ καὶ τῷ ἐπιτιμῆσαι καὶ ἀγανακτῆσαι. Ἄρα εἰ καὶ ἔγραψα ὑμῖν, οὐχ ἕνεκεν τοῦ ἀδικήσαντος, οὐδὲ ἕνεκεν τοῦ ἀδικηθέντος. Ἵνα γὰρ μὴ λέγωσι, Τί οὖν ἡμῖν ἐπιτιμᾷς, εἰ ἁγνοὶ ἦμεν ἐπὶ τῷ πράγματι; πρὸς τοῦτο ἱστάμενος καὶ ἀνωτέρω, καὶ προδιοικούμενος αὐτὸ, ἔλεγεν ἅπερ ἔλεγεν, οἷον, Οὐ μεταμέλομαι, εἰ καὶ μετεμελόμην. Τοσοῦτον γὰρ ἀπέχω τοῦ μετανοεῖν νῦν ἐφ᾽ οἷς ἔγραψα τότε, φησὶν, ὅτι τότε μᾶλλον μετενόησα ἢ νῦν, ὅτε ἑαυτοὺς συνεστήσατε.
Μετάφραση
Όχι μόνο με το να μην τολμήσετε· διότι αυτό ήταν ολοφάνερο· αλλά και με το να μην επιδοκιμάσετε. Επειδή, δηλαδή, στην προηγούμενη Επιστολή έλεγε: «Και εσείς είστε γεμάτοι έπαρση», εδώ λέει: «Απαλλάξατε τον εαυτό σας και από αυτή την υποψία, όχι μόνο με το να μην επαινέσετε, αλλά και με το να επιτιμήσετε και να αγανακτήσετε». Άρα, και αν σας έγραψα, δεν το έκανα εξαιτίας εκείνου που αδίκησε, ούτε εξαιτίας εκείνου που αδικήθηκε. Διότι, για να μην πουν: «Γιατί, λοιπόν, μας επιπλήττεις, αφού ήμασταν αθώοι ως προς αυτό το ζήτημα;», αντιμετωπίζοντας αυτό και πρωτύτερα, και προλαμβάνοντάς το, έλεγε αυτά που έλεγε, όπως: «Δεν μετανιώνω, έστω και αν είχα μετανιώσει». Διότι τόσο πολύ απέχω από το να μετανιώνω τώρα για όσα έγραψα τότε, λέει, ώστε περισσότερο είχα μετανιώσει τότε παρά τώρα, που αποδείξατε τους εαυτούς σας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες