Διονυσίου τοῦ πανσόφου καὶ Βασιλείου τοῦ Μεγάλου. καὶ οὔπω καιρὸς τῶν ἄλλων θεοφόρων τὰς χρήσεις ἐπεισάγειν ἐν τῷδε τῷ γράμματι. ἄκουε, οὐρανέ, καὶ ἐνωτίζου, γῆ· Μωὰβ ἠθέτησεν, ἡ Βυζαντὶς δῆλον ὅτι τὸν εὐαγγελικὸν ζυγὸν ἀπεσείσατο, ὡς δάμαλις παροιστρῶσα ἠφηνίασεν. ὁδούς σου εἰδέναι οὐ βούλομαι, πραγματικῶς τε καὶ λογικῶς ἀπεφθέγξατο. κορυβαντιᾷ, μαίνεται, αἱμοποτεῖ ὡς λέαινα, ὡσεὶ ἀσπὶς βυοῖ τὰς ἀκοάς, ἐλεγχομένη ἀποτινάσσεται. ἧκεν αὐτῇ φωνὴ ὑπομνηστικὴ ὡς ἀπ᾽ οὐρανοῦ, ἐκ τοῦ κορυφαιοτάτου, ἐκ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ θρόνου, ‛τί πέπραχας;‚ βοῶσα· ‛Χριστὸν ἤρνησαι, Χριστοῦ τὴν εἰκόνα ἀθετοῦσα, τῆς Θεοτόκου, τῶν πάντων ἁγίων. ἄνοιξον εὐήκοον οὖς, ἐνώτισαι λόγους εὐαγγελικούς, ἀποστολικούς, προφητικούς, πατρικούς‚. καὶ οὐ προσήκατο, οὐκ ἐδέξατο, ἀλλὰ διαρρήξασα ἑαυτὴν τοῦ πεντακορύφου σώματος τῆς ἐκκλησίας (ἐπειδὴ ἔτι ζῇ καὶ Νικηφόρος ὁ ἱερὸς) τραχηλιᾷ κατὰ θεοῦ παντοκράτορος, ἐνυβρίζουσα Χριστόν, πατοῦσα τὰ ἅγια.
Μετάφραση
Του πανσόφου Διονυσίου και του Μεγάλου Βασιλείου. Και δεν είναι ακόμη καιρός να συμπεριλάβουμε τις ρήσεις των άλλων θεοφόρων σε αυτήν την επιστολή. Άκουγε, ουρανέ, και αφουγκράσου, γη· ο Μωάβ αθέτησε, το Βυζάντιο είναι φανερό ότι απέσεισε τον ευαγγελικό ζυγό, αφηνίασε σαν οιστρηλατημένη δαμάλα. «Δεν θέλω να γνωρίζω τις οδούς σου», αποφάνθηκε, τόσο στην πράξη όσο και στα λόγια. Φρενιάζει, μαίνεται, διψάει για αίμα σαν λέαινα, βουλώνει τα αυτιά της σαν την ασπίδα, και όταν ελέγχεται, αποτινάσσει τον έλεγχο. Ήρθε σε αυτήν φωνή υπενθυμιστική σαν από τον ουρανό, από τον κορυφαιότατο, από τον θρόνο της Ρώμης, που της φώναζε: «Τι έκανες; Αρνήθηκες τον Χριστό, αθετώντας την εικόνα του Χριστού, της Θεοτόκου και όλων των αγίων. Άνοιξε ευήκοον ους, άκουσε με προσοχή τους ευαγγελικούς, αποστολικούς, προφητικούς και πατερικούς λόγους». Όμως δεν έδωσε προσοχή, δεν τους δέχθηκε, αλλά, αφού απέσχισε τον εαυτό της από το πεντακόρυφο σώμα της Εκκλησίας (επειδή ζει ακόμη και ο ιερός Νικηφόρος), αυθαδιάζει ενάντια στον Παντοκράτορα Θεό, υβρίζοντας τον Χριστό και καταπατώντας τα άγια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες