Καὶ κατέβη πῦρ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ κατέφαγεν αὐτὸν, καὶ τοὺς πεντήκοντα αὐτοῦ. Εἶπεν Ἠλιού· Τάδε λέγει Κύριος· Ἀνθ᾽ ὧν ἐξαπέστειλας ἀγγέλους ζητῆσαι ἐν τῷ Βαὰλ μυῖαν θεὸν προσόχθισμα Ἀκκαρὼν, οὐχ οὕτως· ἡ κλίνη ἐφ᾽ ἧς ἀνέβης ἐκεῖ, οὐ καταβήσει ἀπ᾽ αὐτῆς, ὅτι θανάτῳ ἀποθανῇ.» «Ἤνοιξεν Ἰὼβ τὸ στόμα αὐτοῦ, καὶ κατηράσατο τὴν ἡμέραν αὐτοῦ λέγων, Ἀπόλοιτο ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἐν ᾖ, εἶπον ἐγεννήθην, καὶ ἡ νὺξ ἐκείνη ἐν ᾖ εἶπον· Ἰδοὺ ἄρσεν. Ἡ νὺξ ἐκείνη εἴη σκότος, καὶ μὴ ἀναζητήσει αὐτὴν ὁ Κύριος ἄνωθεν, μηδὲ ἔλθῃ ἐπ᾽ αὐτὴν φέγγος.
Μετάφραση
Και κατέβηκε πυρ από τον ουρανό και κατέφαγε αυτόν και τους πενήντα άνδρες του. Είπε ο Ηλίας: «Αυτά λέει ο Κύριος: Επειδή έστειλες αγγελιαφόρους για να συμβουλευτούν τον Βάαλ μυία, τον βδελυρό θεό της Ακκαρών, δεν θα γίνει έτσι· από την κλίνη στην οποία ανέβηκες δεν θα κατέβεις, αλλά εξάπαντος θα πεθάνεις». «Άνοιξε ο Ιώβ το στόμα του και καταράστηκε την ημέρα του λέγοντας: Ας χαθεί η ημέρα εκείνη κατά την οποία ειπώθηκε: “Γεννήθηκα”, και η νύχτα εκείνη κατά την οποία είπαν: “Ιδού άρρεν”. Η νύχτα εκείνη ας είναι σκοτάδι, και ας μην την αναζητήσει ο Κύριος από ψηλά, ούτε να έλθει πάνω της φως.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες