Ταῦτα μὲν εἰρήκαμεν, οὐ δύο ψυχὰς ἐν Χριστῷ δογματίζοντες, οὐ δύο καρδίας, οὐ δύο πνεύματα, οὐ δύο φῶτα, οὐ δύο ζωὰς νοεράς, οὐ δύο λόγους προφορικούς, οὐ δύο δυνάμεις οὐρανίους, οὐ δύο νόας νοητούς, εἰ καὶ τὰ μάλιστά τισι τῶν ἐξηγητῶν τινα τούτων διττὰ ἐν Χριστῷ τεθεώρηνται. Πλὴν οὕτως ξένα καὶ παράδοξα πράγματα πῶς τὸ ἐμφύσημα τοῦ θεοῦ, ἐμπνευσθὲν εἰς τὸν χοῦν τὸν ἄψυχον καὶ ἀκίνητον τοῦ ἀνθρώπου, εὐθέως αὐτὸν ἐζωοποίησεν, ἐψύχωσεν, ἀνέστησεν ἄνθρωπον αὐτὸν τέλειον ἀπετέλεσε, λογικόν, νοερόν, ἄφθαρτον, ἀθάνατον, σοφόν, γνωστικόν, διακριτικόν, ἔννουν, ἔμφρονα, θεωρητικόν, καὶ ἵνα μὴ πολλὰ εἴπω, εἰκόνα αὐτὸν καὶ ὁμοίωσιν θεοῦ ἀπετέλεσε, καὶ νῦν αὐτὸς ὅλος ὁ θεὸς λόγος κατ’ οὐσίαν ὑπάρχων καὶ κατοικῶν ἐν τῷ αὐτῷ γηγενεῖ σώματι, πῶς τῇ τοῦ κρείττονος ἐκνικήσει τοῦτο οὐ κινεῖ, πῶς τῇ ἀπαύστῳ τοῦ θεοῦ λόγου ἐνεργείᾳ οὐδὲν τὸ σῶμα ἐκεῖ ἐνήργει, πῶς ἔχων τὴν θέλησιν τὴν θείαν τὴν ἄπαυστον οὐδὲν θέλει, ἀλλὰ νενέκρωται αὐτοῦ ἡ πρὸ μικροῦ κινητικὴ δύναμις, ἐπαύσατο αὐτοῦ τὸ τῆς δίψης θέλημα, τῆς πόσεως δι’ ἣν ἐν σταυρῷ ἔκραξε διψῶν ἐκ τῆς ὀδύνης τῶν ἥλων καὶ τοῦ πόνου, ἀναλωθείσης τῆς ἰκμάδος τοῦ σώματος, ὡς ὁ θεῖος Κύριλλος μαρτυρεῖ. Οὐ δοκεῖ σοι τοῦτο θαυμαστόν, ὅτι Ἐλισσαῖος ἄνθρωπος ψιλὸς καὶ φθαρτὸς μετὰ θάνατον τοῦ νεκροῦ αὐτοῦ σώματος προσεγγίσαντος ἑτέρου νεκροῦ σώματος, εὐθέως τοῦτο ἀνέστησε, καὶ αὐτὴ ἡ κατὰ φύσιν πηγὴ τῆς ζωῆς, ὁ ζωοποιὸς πάντων θεὸς λόγος, ὁ λέγων Ἐγώ εἰμι ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάστασις, οὐ ζωοποιεῖ χωρὶς τῆς ψυχῆς τὸ ἴδιον σῶμα, οὐ καινοτομεῖ ὁ κτίστης τὸ κτίσμα, οὐχ ἁρπάζει τὸ τῆς ἰδίας εἰκόνος ἐνέργημα, οὐ μειοῖ τῆς ὁμοζύγου αὐτοῦ ψυχῆς τὴν ἰδιότητα, ἣν αὐτῇ ἀπαρχῆς ἐχαρίσατο, οὐ καταλύει τὸ ἀξίωμα τὸ ζωτικόν, ὃ ἐχαρίσατο ὡς ἰδίᾳ τινὶ νύμφῃ τῇ ἐξ αὐτοῦ εἰς κτίσιν προελθούσῃ νοερᾷ ψυχῇ καὶ αὐτῷ ὡς νοερῷ νοερῶς συναφθείσῃ καὶ ὡς λογικῇ τῷ λόγῳ συναρμοσθείσῃ καὶ ὡς ἀφθάρτῳ τῷ ὑπεραφθάρτῳ θεῷ ἐν μήτρᾳ συνυπαρξάσῃ—καὶ τῇ φύσει ζωῇ ἡ ἐκ ζωῆς ζωοποιὸς γενομένη καὶ ἡνωμένη;
Μετάφραση
Αυτά τα είπαμε, όχι επειδή δογματίζουμε δύο ψυχές στον Χριστό, ούτε δύο καρδιές, ούτε δύο πνεύματα, ούτε δύο φώτα, ούτε δύο νοερές ζωές, ούτε δύο προφορικούς λόγους, ούτε δύο ουράνιες δυνάμεις, ούτε δύο νοητούς νόες, έστω κι αν μερικά από αυτά έχουν θεωρηθεί από ορισμένους ερμηνευτές ως διπλά στον Χριστό. Πώς όμως, ενώ πρόκειται για τόσο ξένα και παράδοξα πράγματα, το εμφύσημα του Θεού, όταν ενεφυσήθηκε στον άψυχο και ακίνητο χοῦν του ανθρώπου, αμέσως τον ζωοποίησε, τον εμψύχωσε, τον ανέστησε, τον κατέστησε τέλειο άνθρωπο, λογικό, νοερό, άφθαρτο, αθάνατο, σοφό, γνωστικό, διακριτικό, έμφρονα, θεωρητικό, και, για να μη λέγω πολλά, τον έκανε εικόνα και ομοίωση Θεού· και τώρα, ενώ ο ίδιος ο Θεός Λόγος, υπάρχοντας και κατοικώντας κατ’ ουσίαν μέσα στο ίδιο αυτό γήινο σώμα, πώς δεν το κινεί με την υπερίσχυση του κρείττονος; Πώς, ενώ ενεργεί ακατάπαυστα ο Θεός Λόγος, εκεί το σώμα δεν ενεργούσε τίποτε; Πώς, ενώ έχει τη θεία και ακατάπαυστη θέληση, δεν θέλει τίποτε, αλλά έχει νεκρωθεί η λίγο πριν κινητική του δύναμη; Πώς έπαυσε η θέλησή του για δίψα, για πόση, εξαιτίας της οποίας πάνω στον σταυρό φώναξε διψώντας από την οδύνη των ήλων και τον πόνο, επειδή είχε αναλωθεί η ικμάδα του σώματος, όπως μαρτυρεί ο θείος Κύριλλος; Δεν σου φαίνεται αυτό θαυμαστό; Ότι ο Ελισσαίος, απλός και φθαρτός άνθρωπος, μετά τον θάνατό του, όταν το νεκρό του σώμα πλησίασε άλλο νεκρό σώμα, αμέσως το ανέστησε· και ότι η ίδια η κατά φύσιν πηγή της ζωής, ο ζωοποιός των πάντων Θεός Λόγος, αυτός που λέει «Εγώ είμαι η ζωή και η ανάσταση», δεν ζωοποιεί το ίδιο του το σώμα χωρίς την ψυχή; Δεν καινοτομεί ο Κτίστης πάνω στο κτίσμα; Δεν αφαιρεί το ενέργημα της ίδιας του της εικόνας; Δεν μειώνει την ιδιότητα της ομόζυγής του ψυχής, την οποία της χάρισε εξαρχής; Δεν καταλύει το ζωτικό αξίωμα, το οποίο χάρισε σαν σε δική του νύμφη στη νοερή ψυχή, που προήλθε από Αυτόν προς την κτίση, και που συνάφθηκε με Αυτόν νοερώς ως νοερή, συναρμόσθηκε με τον Λόγο ως λογική, συνυπήρξε μέσα στη μήτρα με τον υπεράφθαρτο Θεό ως άφθαρτη, και, επειδή προήλθε από τη ζωή, έγινε ζωοποιός και ενώθηκε με την κατὰ φύσιν Ζωή;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Κεφάλαιον δι’ οὖ ἐλέγχονται οἱ δι’ ἐναντίας μίαν ἁπλῆν φύσιν ὁμολογοῦντες ἐν Χριστῷ ὡς οἱ Μάνεντος νόμοι.}