Καὶ ἐθυμίασεν ἐν τοῖς ὑψηλοῖς, καὶ ἐπὶ τῶν βουνῶν, καὶ ὑποκάτω παντὸς ξύλου ἀλσώδους. Τότε ἀνέβη Ῥαασσὼν βασιλεὺς Συρίας· καὶ Φακεὲ υἱὸς Ῥωμελίου καὶ βασιλεὺς Ἰσραὴλ ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ εἰς πόλεμον· καὶ ἐπολιόρκουν ἐπὶ Ἄχαζ, καὶ οὐκ ἠδύναντο πολεμεῖν·» καὶ μεθ᾽ ἔτερα· «Καὶ ἀπέστειλεν Ἄχαζ ἀγγέλους πρὸς Θεγλαφαλαασὰρ βασιλέα Ἀσσυρίων λέγων· Δοῦλός σου, καὶ υἱός σου ἐγώ. Ἀνάβηθι, σῶσόν με ἐκ χειρὸς βασιλέως Συρίας, καὶ ἐκ χειρὸς βασιλέως Ἰσραὴλ τῶν ἐπανισταμένων ἐπ᾽ ἐμέ. Καὶ ἔλαβεν Ἄχαζ ἀργύριον καὶ χρυσίον τὸ εὑρεθὲν ἐν θησαυροῖς οἴκου Κυρίου, καὶ οἴκου τοῦ βασιλέως, καὶ ἀπέστειλε τῷ βασιλεῖ δῶρα. Καὶ ἤκουσεν αὐτοῦ βασιλεὺς Ἀσσυρίων, καὶ παρεγένετο εἰς Δαμασκὸν, καὶ συνέλαβεν αὐτὴν καὶ ἀπῴκησεν αὐτὴν, καὶ τὸν Ῥαασσὼν ἐθανάτωσεν. Οὐκοῦν πρῶτον μὲν Ὀζίας ὁ καὶ Ἀζαρίας ἐκπεπόρθηκε τοὺς ἀλλοφύλους, πᾶσάν τε αὐτῶν καταδῃώσας τὴν γῆν, δασμοὺς ἐκομίζετο καὶ τέλη. Δεύτερος δὲ μετὰ τοῦτον ὁ Ἄχαζ κατεμισθοῦτο τὸν Ἀσσύριον, καὶ ἐπαφῆκεν αὐτοῖς· ὃς καὶ πᾶσαν ἐξαναστήσας τὴν Παλαιστινῶν χώραν, αὐτοὺς γὰρ εἶναί φησι τοὺς ἀλλοφύλους, ἀπεκόμισεν αἰχμαλώτους εἰς τὴν ἑαυτοῦ, τοὺς ἐκ τοῦ πολέμου περιλελειμμένους. Ἐπειδὴ δὲ τετελεύτηκεν ὁ Ἄχαζ, ἀνεσκίρτησαν ἐπὶ τούτῳ τῶν ἀλλοφύλων αἱ πόλεις, ὡς ἐκ ποδῶν γεγονότος τοῦ καταπαίοντος αὐτοὺς, καὶ δυσφόρητον ὥσπερ τὸν τῆς πλεονεξίας ἐπιτιθέντος ζυγόν.
Μετάφραση
«Και προσέφερε θυμίαμα στους υψηλούς τόπους, και πάνω στους λόφους, και κάτω από κάθε δασώδες δέντρο. Τότε ανέβηκε ο Ραασσών, βασιλιάς της Συρίας, και ο Φακεέ, γιος του Ρωμελίου και βασιλιάς του Ισραήλ, εναντίον της Ιερουσαλήμ για πόλεμο. Και πολιορκούσαν τον Άχαζ, αλλά δεν μπορούσαν να τον καταπολεμήσουν.» Και μετά από άλλα: «Και έστειλε ο Άχαζ αγγελιαφόρους προς τον Θεγλαφαλαασάρ, τον βασιλιά των Ασσυρίων, λέγοντας: Δούλος σου και γιος σου είμαι εγώ. Ανέβα, σώσε με από το χέρι του βασιλιά της Συρίας και από το χέρι του βασιλιά του Ισραήλ, οι οποίοι επαναστατούν εναντίον μου. Και πήρε ο Άχαζ το ασήμι και το χρυσάφι που βρέθηκε στους θησαυρούς του οίκου του Κυρίου και του οίκου του βασιλιά, και τα έστειλε ως δώρα στον βασιλιά. Και τον εισάκουσε ο βασιλιάς των Ασσυρίων, και έφτασε στη Δαμασκό, και την κατέλαβε και εξόρισε τους κατοίκους της, και τον Ραασσών τον θανάτωσε.» Λοιπόν, πρώτα ο Οζίας, ο οποίος ονομάζεται και Αζαρίας, καταπόρθησε τους αλλοφύλους και, αφού λεηλάτησε όλη τη γη τους, εισέπραττε φόρους και τέλη. Δεύτερος δε μετά από αυτόν, ο Άχαζ μίσθωσε τον Ασσύριο και τον έστειλε εναντίον τους. Αυτός, αφού ξερίζωσε όλη τη χώρα των Παλαιστινίων (διότι αυτούς εννοεί λέγοντας αλλοφύλους), μετέφερε ως αιχμαλώτους στη δική του χώρα αυτούς που είχαν απομείνει από τον πόλεμο. Επειδή δε πέθανε ο Άχαζ, σκίρτησαν από χαρά για το γεγονός αυτό οι πόλεις των αλλοφύλων, θεωρώντας ότι έφυγε από τη μέση αυτός που τους χτυπούσε και τους επέβαλλε τον δυσβάσταχτο ζυγό της πλεονεξίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες