Ἠδίκησε δὲ παντελῶς οὐδέν. ᾬχετο γὰρ φυγὰς, πεσούσης αὐτῷ παρ᾽ ἐλπίδα τῆς στρατιᾶς, καὶ ἀπολομένης ἐν μιᾷ νυκτί. Οὐκοῦν ὠλόθρευσε μὲν μαχαίρᾳ τοὺς ἐν Σιών. Ἐπειδὴ δὲ ἅπαξ κατεπτόησε ταῖς ἐφόδοις, καὶ ἐν φόβῳ τοῦ παθεῖν γενέσθαι παρεσκεύασε, μονονουχὶ ῥάβδον ἀνατείνας ἐπ᾽ αὐτοὺς ὁρᾶται μόνην. Μὴ τοίνυν, φησὶ, καταδείσῃς ἀπὸ τῶν Ἀσσυρίων, ῥάβδῳ γάρ σε πατάξει, καὶ βραχεῖαν ὥσπερ ἐποίσει τὴν πληγὴν, τὴν ὡς ἀπό γε τοῦ δείματος, ἐφιέντος ἐμοῦ καὶ τοῦτο πράττεσθαι κατὰ σοῦ, τοῦ ἰδεῖν ὁδὸν Αἰγύπτου, τοῦτ᾽ ἔστιν, ἵνα μάθῃς, ὅσον σαυτὸν ἠδίκησας, ἀπελθὼν εἰς Αἴγυπτον, καὶ τὴν ἐκεῖθεν ζητήσας ἐπικουρίαν, παρεωραμένου Θεοῦ σώζοντος. Ἐζεχίας μὲν οὖν, οὗ καὶ βασιλεύοντος πεπολιόρκηκε τὴν Ἱερουσαλὴμ ὁ Ἀσσύριος, οὐκ ἐζήτησε τὴν τῶν Αἰγυπτίων ἐπικουρίαν. Ὠσηὲ δὲ μᾶλλον τοῦ Ἠλὰ βασιλεύων ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ τοῦτο πεπραχὼς εὑρίσκεται. Γέγραπται δὲ οὕτως ἐν τῇ τετάρτῃ τῶν Βασιλειῶν· «Καὶ ἐκοιμήθη Ἄχαζ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἐτάφη ἐν πόλει Δαβίδ. Καὶ ἐβασίλευσεν Ἐζεχίας υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾽ αὐτοῦ. Ἐν ἔτει δωδεκάτῳ Ἄχαζ βασιλέως Ἰούδα, ἐβασίλευσεν Ὠσηὲ υἱὸς Ἠλὰ ἐν Σαμαρείᾳ ἐπὶ Ἰσραὴλ ἐννέα ἔτη. Καὶ ἐποίησε πονηρὸν ἐν ὀφθαλμοῖς Κυρίου, πλὴν οὐχ ὡς οἱ βασιλεῖς Ἰσραὴλ, οἳ ἦσαν ἔμπροσθεν αὐτοῦ.» Ἐπ᾽ αὐτὸν ἀνέβη Σαλμανασὰρ βασιλεὺς Ἀσσυρίων, καὶ ἐγενήθη αὐτῷ Ὠσηὲ δοῦλος· καὶ ἐπέστρεψεν αὐτῷ Μαναῆ.
Μετάφραση
Δεν έβλαψε όμως απολύτως σε τίποτα. Διότι έφυγε ως φυγάς, καθώς ο στρατός του καταστράφηκε αναπάντεχα και χάθηκε μέσα σε μία νύχτα. Επομένως, δεν εξολόθρευσε με μάχαιρα αυτούς που βρίσκονταν στη Σιών. Επειδή όμως τους κατατρόμαξε μια φορά με τις επιδρομές και τους έκανε να ζουν με τον φόβο της καταστροφής, φαίνεται απλώς σαν να ύψωσε εναντίον τους ένα ραβδί. Μην τρομάζεις λοιπόν, λέει, από τους Ασσυρίους, διότι θα σε χτυπήσει με ραβδί και θα σου καταφέρει ένα μικρό πλήγμα, αυτό δηλαδή του φόβου, καθώς εγώ επιτρέπω να γίνει αυτό εις βάρος σου, για να δεις τον δρόμο της Αιγύπτου, δηλαδή για να μάθεις πόσο αδίκησες τον εαυτό σου πηγαίνοντας στην Αίγυπτο και ζητώντας από εκεί βοήθεια, παραβλέποντας τον Θεό που σε σώζει. Ο Εζεκίας βέβαια, κατά τη βασιλεία του οποίου ο Ασσύριος πολιόρκησε την Ιερουσαλήμ, δεν ζήτησε τη βοήθεια των Αιγυπτίων. Ο Ωσηέ όμως, ο γιος του Ηλά, που βασίλευε στον Ισραήλ, διαπιστώνεται ότι έπραξε αυτό. Και έχει γραφτεί ως εξής στο τέταρτο βιβλίο των Βασιλειών: «Και εκοιμήθη ο Άχαζ με τους πατέρες του και ετάφη στην πόλη του Δαβίδ. Και βασίλευσε αντ' αυτού ο γιος του Εζεκίας. Στο δωδέκατο έτος του Άχαζ, βασιλιά του Ιούδα, βασίλευσε ο Ωσηέ, ο γιος του Ηλά, στη Σαμάρεια επί του Ισραήλ για εννέα έτη. Και έπραξε το πονηρό ενώπιον του Κυρίου, αλλά όχι όπως οι βασιλείς του Ισραήλ που ήταν πριν από αυτόν.» Εναντίον του ανέβηκε ο Σαλμανασάρ, ο βασιλιάς των Ασσυρίων, και ο Ωσηέ έγινε δούλος του και του απέδωσε φόρο υποτελείας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες