Καὶ γοῦν ὁ Ῥαψάκης τοῖς ἐν τῷ τείχει προσπεφώνηκε λέγων, «Μὴ ἀπατάτω ὑμᾶς Ἐζεχίας λέγων, ὅτι ῥύσεται ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ἐκ χειρός μου. [Μὴ ῥυόμενοι ἐῤῥύσαντο οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ χώραν ἐκ χειρός μου;]» Καταλαζονευσάμενοι τοίνυν καὶ πολλὰ πεφλυαρηκότες κατὰ τῆς ἀῤῥήτου δόξης ἁλοῖεν ἂν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος. Διατελέσαντος δὲ τοῦ Ἰσραὴλ ἐν αἰχμαλωσίᾳ καὶ ἐν δουλείᾳ τῇ παρ᾽ αὐτοῖς ἔτος ἑβδομηκοστὸν, ἐξείλετο πάλιν καὶ σέσωκεν ὁ τῶν ὅλων Θεός.
Μετάφραση
Και πράγματι, ο Ραψάκης φώναξε σε αυτούς που βρίσκονταν στο τείχος λέγοντας: «Ας μην σας εξαπατά ο Εζεκίας λέγοντας ότι ο Θεός του Ισραήλ θα σας γλιτώσει από το χέρι μου. [Μήπως μπόρεσαν άραγε να γλιτώσουν οι θεοί των εθνών, ο καθένας τη δική του χώρα, από το χέρι μου;]» Αφού, λοιπόν, φέρθηκαν με αλαζονεία και φλυάρησαν πολλά ενάντια στην άρρητη δόξα, κατατροπώθηκαν αυτοί για τους οποίους γίνεται ο λόγος. Και αφού ο Ισραήλ παρέμεινε στην αιχμαλωσία και στη δουλεία κοντά τους μέχρι το εβδομηκοστό έτος, ο Θεός των όλων τον ελευθέρωσε πάλι και τον έσωσε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες