ᾨήθη γὰρ ἴσως ὁ βάρβαρος ἔχων μετὰ τοῦ φρονήματος καὶ τὴν γλῶτταν, ὅτι καθ᾽ ἕνα τῶν ψευδωνύμων θεῶν ἐστιν ὁ γῆς τε καὶ οὐρανοῦ δεσπότης καὶ τῶν ὅλων γενεσιουργὸς καὶ Κύριος· ἔθος δὴ εἶναι τοῖς οὐκ εἰδόσι Θεὸν κατακερτομεῖν ἔσθ᾽ ὅτε τὴν τῶν ἁγίων ἐλπίδα· καὶ ὅτι οὐκ ἂν ῥυσθεῖεν παρὰ Θεοῦ λέγειν ἀποτολμᾷν. —Οὐκ ἠγνόησε δὲ, ὅτι τοὺς μὲν ψευδωνύμους θεοὺς αἱ ἀνθρώπων εἰργάσαντο χεῖρες· ὁ δὲ φύσει τε καὶ ἀληθῶς, ὑπ᾽ οὐδενὸς πεποίηται, παρήγαγε δὲ μᾶλλον αὐτὸς εἰς ὕπαρξιν τὰ οὐκ ὄντα ποτέ.—Ἥλω οὖν Σαμάρεια, Θεοῦ συστέλλοντος τὴν ἐπικουρίαν. Καὶ, ὡς ἔφην φθάσας, κἂν μηδεὶς τῶν παρ᾽ Ἕλλησι λεγομένων θεῶν σέσωκε τὴν ἑαυτοῦ, τοῦτο πρὸς Θεὸν οὐδὲν, τὸν ἀληθῶς καὶ φύσει ὅντα καὶ μέγαν. Οἱ μὲν γὰρ ἐκ τέχνης ἀνθρωπίνης διέλαχον τὸ κἂν γοῦν ὁρᾶσθαι μόνον ὁ δὲ κατεξουσιάζει τῶν ὅλων, τῶν δυνάμεων ὑπάρχων Κύριος. <Διέῤῥηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ.> Κυρίλλου. Ὁρᾷς ὅπως, ἀμελήσας τῶν καθ᾽ ἑαυτὸν, λυπεῖται διὰ Θεὸν, καὶ ζητεῖ τὴν ἐκδίκησιν; «Διέῤῥηξε, φησὶ, τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ περιεβάλετο σάκκον, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Κυρίου» Καὶ ποία τις ἦν ἡ πρόφασις τοῦ περιῤῥήγνυσθαι τὰ ἄμφια;
Μετάφραση
Διότι ίσως νόμισε ο βάρβαρος, έχοντας μαζί με την υπεροψία και το θράσος, ότι ως έναν από τους ψευδώνυμους θεούς λογαριάζει τον δεσπότη της γης και του ουρανού και δημιουργό και Κύριο των πάντων· διότι είναι βέβαια συνήθεια σε αυτούς που δεν γνωρίζουν τον Θεό να χλευάζουν μερικές φορές την ελπίδα των αγίων· και να τολμούν να λένε ότι δεν θα μπορούσαν να σωθούν από τον Θεό. —Δεν αγνόησε δε ότι τους μεν ψευδώνυμους θεούς τους κατασκεύασαν ανθρώπινα χέρια· ενώ Αυτός που είναι εκ φύσεως και αληθινά Θεός, δεν έχει φτιαχτεί από κανέναν, αλλά μάλλον ο Ίδιος έφερε στην ύπαρξη αυτά που προηγουμένως δεν υπήρχαν.— Κυριεύθηκε λοιπόν η Σαμάρεια, επειδή ο Θεός απέσυρε τη βοήθειά Του. Και, όπως προείπα, ακόμη και αν κανείς από τους λεγόμενους θεούς των εθνικών δεν έσωσε τη χώρα του, αυτό δεν αφορά καθόλου τον Θεό, ο Οποίος είναι αληθινός και εκ φύσεως υπάρχων και μέγας. Διότι εκείνοι μεν από ανθρώπινη τέχνη απέκτησαν έστω μόνο το να φαίνονται· Αυτός όμως εξουσιάζει τα πάντα, όντας ο Κύριος των δυνάμεων. <Έσχισε τα ιμάτιά του.> Του Κυρίλλου. Βλέπεις πώς, αδιαφορώντας για τον εαυτό του, λυπάται για χάρη του Θεού, και επιζητεί την εκδίκηση; «Έσχισε, λέει, τα ιμάτιά του, ντύθηκε με σάκο, και εισήλθε στον οίκο του Κυρίου». Και ποια άραγε ήταν η αφορμή για να σχίσει τα ενδύματά του;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες