Ἀπερίγραπτον δὲ τὸ θεῖον· τῇ δὲ περιγράπτῳ σαρκὶ κατοικητήριον ἔσχε τὴν Σιὼν ὁ Χριστός. «Ἐκεῖ συνέτριψε τὰ κράτη τῶν τόξων, ὅπλον καὶ ῥομφαίαν καὶ πόλεμον», αἰσθητῶς μὲν τυράννους βασιλεῖς καὶ φρυάγματα Ἰουδαίων, νοητῶς δὲ τὸν διάβολον καὶ τὴν αὐτοῦ συμμορίαν. «Φωτίζεις σὺ θαυμαστῶς ἀπὸ ὀρέων αἰωνίων», ἤτοι, ἐξ οὐρανῶν φωτίζεις πάντα τὰ πέρατα τῆς γῆς, ὑπ’ ἄλλων σου ἀγγέλων φωτίζεις τοὺς δικαίους. «Ἐταράχθησαν πάντες οἱ ἀσύνετοι τῇ καρδίᾳ»· δίκαιοι γὰρ καὶ συνετοὶ φωτίζονται καὶ φωτισθήσονται, ἁμαρτωλοὶ δὲ καὶ ἄσωτοι ταράσσονται καὶ ταραχθήσονται. «Ὕπνωσαν ὕπνον αὐτῶν καὶ οὐχ εὗρον οὐδέν, πάντες οἱ ἄνδρες τοῦ πλούτου ταῖς χερσὶν αὐτῶν». Φθαρτὸς γὰρ ἦν καὶ αὐτοῖς συμφθαρεὶς εὗρον οὐδέν. «Ἀπὸ ἐπιτιμήσεώς σου, ὁ Θεὸς Ἰακώβ, ἐνύσταξαν οἱ ἐπιβεβηκότες τοῖς ἵπποις»· τὰς ἑκατὸν ἑβδομήκοντα πέντε χιλιάδας λέγει τῶν Ἀσσυρίων, αἳ ἀνῃρέθησαν διὰ τῆς νυκτὸς τοῦ θείου ἀγγέλου καὶ ὡρῶντο ἅμα πρωί, ὥσπερ νυστάζοντες καὶ καθεύδοντες, μήτε τομὴν ἔχοντες ἀπὸ ξίφους μήτε δι’ αἵματος πεφοινιγμένοι. Πεπόνθασι γὰρ τοῦτο διότι ἐμήνυσε Σεναχηρεὶμ ὁ βασιλεὺς τῷ βασιλεῖ τῆς Ἰουδαίας Ἐζεκίᾳ· «Μή σε ἀπατᾷ» λέγων «ὁ Θεός σου» καὶ τὰ ἑξῆς τῆς αὐτοῦ βλασφημίας ῥητά, καὶ ἔμαθε πείρᾳ τίς ἐστι Θεός, οἱ βάτραχοι αὐτοῦ εἴτε ὁ φύσει Θεὸς ἐν ἀληθείᾳ. «Σὺ φοβερὸς εἶ, καὶ τίς ἀντιστήσεταί σοι;»
Μετάφραση
Απερίγραπτο είναι το θείο· στην περιγραπτή όμως σάρκα ο Χριστός είχε ως κατοικητήριο τη Σιών. «Εκεί συνέτριψε την ισχύ των τόξων, το όπλο και τη ρομφαία και τον πόλεμο», αισθητώς μεν τους τυράννους βασιλείς και τα φρυάγματα των Ιουδαίων, νοητώς δε τον διάβολο και τη συμμορία του. «Φωτίζεις εσύ θαυμαστά από τα αιώνια όρη», δηλαδή, από τους ουρανούς φωτίζεις όλα τα πέρατα της γης, μέσω των άλλων σου αγγέλων φωτίζεις τους δικαίους. «Ταράχτηκαν όλοι οι ασύνετοι στην καρδιά»· διότι οι δίκαιοι και οι συνετοί φωτίζονται και θα φωτιστούν, ενώ οι αμαρτωλοί και οι άσωτοι ταράσσονται και θα ταραχθούν. «Κοιμήθηκαν τον ύπνο τους και δεν βρήκαν τίποτα, όλοι οι άνδρες του πλούτου στα χέρια τους». Διότι ο πλούτος ήταν φθαρτός, και αφού φθάρθηκε μαζί τους, δεν βρήκαν τίποτα. «Από την επιτίμησή σου, Θεέ του Ιακώβ, νύσταξαν εκείνοι που επέβαιναν στα άλογα»· εννοεί τις εκατόν εβδομήντα πέντε χιλιάδες των Ασσυρίων, οι οποίοι θανατώθηκαν τη νύχτα από τον θείο άγγελο και το πρωί φαίνονταν σαν να νύσταζαν και να κοιμόντουσαν, χωρίς να φέρουν πληγή από ξίφος και χωρίς να είναι βαμμένοι με αίμα. Και το έπαθαν αυτό, διότι ο βασιλιάς Σενναχειρείμ έστειλε μήνυμα στον βασιλιά της Ιουδαίας Εζεκία λέγοντας «Ας μην σε απατά ο Θεός σου», και τα υπόλοιπα λόγια της βλασφημίας του, και έτσι έμαθε από την πείρα ποιος είναι Θεός, οι βάτραχοί του ή ο εκ φύσεως αληθινός Θεός. «Εσύ είσαι φοβερός, και ποιος θα μπορέσει να σου αντισταθεί;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες