Ἐν τῇ τῶν Βασιλειῶν ἱστορίᾳ γυνή τις ἀναγέγραπται χήρα, βαρυνομένη λίαν τῇ συμφορᾷ τῆς μονώσεως. Ἐπολιόρκει δὲ αὐτὴν δανειστὴς φιλάργυρος καὶ μισάνθρωπος, ἐνέχυρον τοὺς υἱοὺς ἀφαιρούμενος οὓς μόνους εἶχεν ἀντὶ πάντων ἡ μήτηρ. Ἐπεὶ δὲ εἰς ἀμηχανίαν αὐτῇ περιεστήκει τὸ πρᾶγμα καὶ οὐδεὶς ἠλέει τῶν ἐχόντων χρυσίον, ἦλθεν πρὸς τὸν ἔχοντα φιλανθρωπίαν καὶ πίστιν. Ἐλισσαῖος δὲ οὗτος ἦν ὁ προφήτης, ἀνὴρ ἀκτήμων τῶν γηΐνων ὑλῶν καὶ περισσευόμενος τῆς ἀσωμάτου περιουσίας· φιλόσοφος ἐξ ἀροτήρων, ἄοικος, ἀνέστιος, μονοείμων· νεωστὶ μὲν κληρονομήσας, τὴν δὲ κληρονομίαν λαβὼν μηλωτὴν εὔωνον καὶ εὐλογίαν ἀόρατον τοῦ πυρίνου ἅρματος ἐκπεσοῦσαν. Οὐ μὴν ἄπρακτον τὴν ἱκεσίαν ἀπέπεμψεν, οὐδὲ ἀπέγνω τῆς βοηθείας, ἐπειδὴ μὴ παρῆν τὸ ζητούμενον, οὐδὲ εἶπεν ἀγεννῆ τινα καὶ ἄπιστα ῥήματα, ὡς εἷς τῶν πολλῶν· Καὶ πόθεν ἐμοὶ ἀργύριον, ὥστε διαλῦσαι τὸ ὄφλημα;
Μετάφραση
Στην ιστορία των Βασιλειών αναφέρεται κάποια γυναίκα χήρα, η οποία βαρυνόταν υπερβολικά από τη συμφορά της μοναξιάς. Την πολιορκούσε δε ένας φιλάργυρος και μισάνθρωπος δανειστής, παίρνοντας ως ενέχυρο τους γιους της, τους οποίους μόνους είχε η μητέρα αντί για οτιδήποτε άλλο. Επειδή όμως η κατάστασή της είχε φτάσει σε απόλυτο αδιέξοδο και κανείς από όσους είχαν χρυσάφι δεν την σπλαγχνιζόταν, προσέτρεξε σε εκείνον που διέθετε φιλανθρωπία και πίστη. Αυτός ήταν ο προφήτης Ελισσαίος, ένας άνδρας ακτήμων ως προς τα γήινα αγαθά αλλά υπερπλήρης από άυλη περιουσία. Ήταν φιλόσοφος προερχόμενος από τους γεωργούς, άστεγος, ανέστιος, με ένα μόνο ένδυμα, ο οποίος μόλις πρόσφατα είχε γίνει κληρονόμος, λαμβάνοντας ως κληρονομιά μια φθηνή προβιά και την αόρατη ευλογία που έπεσε από το πύρινο άρμα. Δεν απέρριψε όμως άπρακτη την ικεσία της, ούτε απελπίστηκε ως προς την παροχή βοήθειας επειδή δεν διέθετε το ζητούμενο, ούτε είπε ποταπά και άπιστα λόγια, όπως θα έκανε ένας από τους πολλούς: «Και από πού να βρω εγώ χρήματα, ώστε να ξεπληρώσω το χρέος;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες