Ὁ γοῦν Ἐλισσαῖος, βλέπων τὸν Ἠλίαν, οἶδε καὶ πῶς ἀνελήφθη· ἀλλὰ καίπερ γινώσκων, ὅμως τῶν υἱῶν τῶν προφητῶν νομιζόντων τὸν Ἠλίαν εἰς ἓν τῶν ὀρέων ὑπὸ τοῦ Πνεύματος ἐῤῥίφθαι, αὐτὸς τὴν μὲν ἀρχὴν γινώσκων ὃ ἑώρακεν, ἔπειθε τοὺς ἄνδρας· βιαζομένων δὲ ἐκείνων, σεσιώπηκε καὶ συνεχώρησεν ἀπελθεῖν. Ἆρ᾽ οὖν, ἐπειδὴ σεσιώπηκεν, οὐκ ἐγίνωσκεν; Ἐγίνωσκε μὲν οὖν· ἀλλ᾽ ὡς οὐκ εἰδὼς συνεχώρησεν, ἵν᾽ ἐκεῖνοι, πεισθέντες, μηκέτι διστάζωσι περὶ τῆς ἀναλήψεως Ἠλίου. Οὐκοῦν πολλῷ μᾶλλον ὁ Παῦλος. αὐτὸς ὢν ὁ ἁρπαγεὶς, οἶδε καὶ πῶς ἡρπάγη. Καὶ γὰρ Ἠλίας ἐγίνωσκε· καὶ εἰ ἐπυνθάνετό τις, εἶπεν ἂν πῶς ἀνελήφθη.
Μετάφραση
Ο Ελισσαίος, λοιπόν, βλέποντας τον Ηλία, γνωρίζει και πώς ανελήφθη· αλλά, αν και το γνώριζε, όταν οι υιοί των προφητών νόμιζαν ότι ο Ηλίας είχε ριφθεί σε ένα από τα όρη υπό του Πνεύματος, ο ίδιος στην αρχή, γνωρίζοντας αυτό που είχε δει, προσπαθούσε να πείσει τους άνδρες. Επειδή όμως εκείνοι τον πίεζαν, σιώπησε και τους επέτρεψε να αναχωρήσουν. Άραγε, λοιπόν, επειδή σιώπησε, δεν γνώριζε; Γνώριζε βεβαίως· αλλά τους το επέτρεψε σαν να μην ήξερε, ώστε εκείνοι, αφού πειστούν, να μην αμφιβάλλουν πλέον για την ανάληψη του Ηλία. Επομένως, πολύ περισσότερο ο Παύλος, όντας ο ίδιος αυτός που αρπάχθηκε, γνωρίζει και το πώς αρπάχθηκε. Διότι και ο Ηλίας γνώριζε· και αν κάποιος τον ρωτούσε, θα έλεγε πώς ανελήφθη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες