Καὶ εἶπε τὸ παιδάριον πρὸς αὐτόν· Τί ποιήσομεν; Καὶ εἶπεν Ἑλισσαιέ· Μὴ φοβοῦ, ὅτι τοῦ πλείους οἱ μεθ᾽ ἡμῶν. Καὶ προσηύξατο Ἑλισσαιὲ, καὶ εἶπε· Κύριε, διάνοιξον τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ παιδαρίου· καὶ εἶδε, καὶ ἰδοὺ τὸ ὅρος πλῆρες ἵππων, καὶ ἅρμα πυρὸς κύκλῳ Ἑλισσαιέ· καὶ προσηύξατο Ἑλισσαιὲ, καὶ εἶπε· Πάταξον τὸ ἔθνος τοῦτο ἀορασίᾳ.» «Ἦν Ἡσαΐας ἐν τῇ αὐλῇ μέσῃ, καὶ ῥῆμα Κυρίου ἐγένετο πρὸς αὐτόν· Ἐπίστρεψον, καὶ ἐρεῖς πρὸς Ἐζεκίαν· Τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ, Ἤκουσα τῆς προσευχῆς σου, καὶ εἶδον τὰ δάκρυά σου, καὶ προσθήσω ἐπὶ τὰ ἔτη σου ἔτη ιϛʹ.» Ὄρθριζε πρὸς Κύριον παντοκράτορα δεόμενος.
Μετάφραση
Και είπε το παιδάριο προς αυτόν: «Τι θα κάνουμε;» Και ο Ελισσαίος απάντησε: «Μη φοβάσαι, διότι περισσότεροι είναι αυτοί που είναι μαζί μας». Και προσευχήθηκε ο Ελισσαίος και είπε: «Κύριε, άνοιξε τα μάτια του παιδαρίου»· και είδε, και ιδού, το όρος ήταν γεμάτο από άλογα, και πύρινο άρμα περιέβαλλε τον Ελισσαίο· και προσευχήθηκε ο Ελισσαίος, και είπε: «Πάταξε αυτό το έθνος με αορασία (τύφλωση)». «Βρισκόταν ο Ησαΐας στη μεσαία αυλή, και ήλθε λόγος Κυρίου προς αυτόν: Γύρισε πίσω και πες στον Εζεκία: Αυτά λέγει ο Κύριος ο παντοκράτωρ, Άκουσα την προσευχή σου και είδα τα δάκρυά σου, και θα προσθέσω στα έτη σου δεκαέξι έτη.» Να ορθρίζεις δεόμενος προς τον παντοκράτορα Κύριο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες