Πόρνας δέ φησιν ἰδικῶς τὰς τοῦ Βεελφεγὼρ ἱερείας. Βεελφεγὼρ δέ ἐστιν, ὁ καλούμενος Πρίαπος. αἱ δὲ τὸ οὕτως αἰσχρὸν τιμῶσαι βδέλυγμα, πόρναι λοιπὸν ὁμολογουμένως. τετελεσμένους δὲ ὀνομάζει πάλιν τοὺς ἱερομύστας τοῦ Βεελφεγὼρ, ἄνδρες δὲ ἦσαν εἶναι μὲν οὐκ ἀνεχόμενοι τοῦθ᾽ ὅπερ εἰσὶ, μεταφοιτῶντες δὲ μᾶλλον εἰς φρόνημα τὸ θηλυπρεπὲς, λόγοις τε καὶ τρόποις ἀνοσίως μαλακιζόμενοι. θηλυδρίας δὲ καὶ μαλθάκωνας τοὺς τοιούτους ἀποκαλοῦσί τινες, οἳ γυναικείαις ὀλολυγαῖς καὶ κυμβάλοις χρώμενοι, περιθέοντες τε τινὰς δᾳδίσιν ὁμοῦ, μυσταγωγεῖν ὑπεκρίνοντο, τῆς τοῦ Βεελφεγὼρ αἰσχύνης πληροῦντες τὰ παίγνια. ἔθυον τοίνυν φησὶ μετὰ τῶν τετελεσμένων, τουτέστι, μεμύηνται τὰ ἐκείνων, καὶ ὁμοῦ τοῖς οὕτω κατεφθαρμένοις προσῆγον θυσίας τῷ Βεελφεγώρ. <Καὶ ὁ λαὸς ὁ συνιῶν συνεπλέκετο μετὰ πόρνης.> Μετακομίζει τὸν λόγον ἐπὶ τὸν Ἰούδαν, τουτέστι, τοὺς ἐκ φυλῆς Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν, οἳ τὴν Ἱερουσαλὴμ οἰκοῦντες ἔτι, καὶ τὸ θεῖον ἔχοντες θυσιαστήριον· συνειστήκει γὰρ ὁ ναός· τὰ Μωυσέως ἐντάλματα τηρεῖν ἔφασκον, καὶ τὴν διὰ τοῦ νόμου σύνεσιν ἔχειν. ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ λελατρεύκασι “τῇ ”Ἀστάρτῃ προσοχθίσματι Σιδωνίων.” Ἀστάρτην δὲ εἶναί φασι τὴν παρ᾽ Ἕλλησιν οὐκ οἶδ᾽ ὅπως ὀνομαζομένην Ἀφροδίτην.
Μετάφραση
Και «πόρνες» ονομάζει ειδικά τις ιέρειες του Βεελφεγώρ. Ο Βεελφεγώρ είναι ο λεγόμενος Πρίαπος. Εκείνες δε που τιμούσαν αυτό το τόσο αισχρό βδέλυγμα, ήταν λοιπόν ομολογουμένως πόρνες. «Τετελεσμένους» πάλι ονομάζει τους ιερομύστες του Βεελφεγώρ, οι οποίοι ήταν άνδρες που δεν ανέχονταν να είναι αυτό που είναι, αλλά μετέπιπταν μάλλον σε θηλυπρεπές φρόνημα, συμπεριφερόμενοι ανόσια με θηλυπρέπεια τόσο στα λόγια όσο και στους τρόπους. Μερικοί αποκαλούν τέτοιους ανθρώπους θηλυδρίες και μαλθακούς, οι οποίοι χρησιμοποιώντας γυναικείες ολολυγές και κύμβαλα, και τρέχοντας γύρω από κάποιους κρατώντας δάδες, υποκρίνονταν ότι τελούσαν μυσταγωγίες, εκπληρώνοντας τα παίγνια της αισχύνης του Βεελφεγώρ. «Θυσίαζαν λοιπόν», λέει, «μαζί με τους τετελεσμένους», δηλαδή είχαν μυηθεί στα δικά τους μυστήρια, και μαζί με αυτούς τους τόσο διεφθαρμένους προσέφεραν θυσίες στον Βεελφεγώρ. <Και ο συνετός λαός συμπλεκόταν με πόρνη.> Μεταφέρει έπειτα τον λόγο στον Ιούδα, δηλαδή σε εκείνους από τη φυλή του Ιούδα και του Βενιαμίν, οι οποίοι κατοικούσαν ακόμη στην Ιερουσαλήμ και είχαν το θείο θυσιαστήριο· διότι ο ναός υφίστατο ακόμη· και ισχυρίζονταν ότι τηρούσαν τις εντολές του Μωυσή και ότι διέθεταν τη σύνεση του νόμου. Αλλά και αυτοί λάτρευσαν «την Αστάρτη, το βδέλυγμα των Σιδωνίων». Λένε δε ότι η Αστάρτη είναι αυτή που στους Έλληνες, δεν ξέρω πώς, ονομάζεται Αφροδίτη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες