καὶ “εἰσῆλθον εἰσπορευόμενοι καὶ τύπτοντες τὴν Μωὰβ, καὶ ”τὰς πόλεις καθεῖλον, καὶ πᾶσαν μερίδα ἀγαθὴν ἔῤῥιψαν “ἀνὴρ τὸν λίθον αὐτοῦ καὶ ἐνέπλησαν αὐτὴν, καὶ πᾶσαν ”πηγὴν ὕδατος ἐνέφραξαν, καὶ πᾶν ξύλον ἀγαθὸν “κατέβαλον ἕως τοῦ καταλιπεῖν τοὺς λίθους τοῦ τοίχου ”καθῃρημένους.” ἐπιμηνιῶντες τοίνυν οἱ ἀπὸ Μωὰβ ὅτι νενικήκασι κατὰ καιροὺς οἱ ἐξ Ἰσραὴλ, ἐπαμύνοντος αὐτοῖς καὶ συνεξάγοντος τοῦ βασιλέως Ἐδὼμ, ἐπειδὴ τεθνεῶτα λυπεῖν οὐκ εἶχον ἑτέρως, πεπλημμελήκασιν εἰς τὸ λείψανον, πυρὶ δαπανῶντες αὐτὸ, καὶ μηδὲ ὀστέων ἔτι φειδόμενοι, προστιθέντες δὲ ὥσπερ ὠλοθρευμένοις τοῖς ἐξ Ἰσραὴλ τὸν ἐπίκουρον αὐτοῖς γεγονότα κατὰ καιρούς. οὐκοῦν ἐμπρησθήσεσθαι τὰς πόλεις αὐτῶν, καὶ αὐτοὺς δέ φησιν ἀπολεῖσθαι ἐν ἀδυναμίᾳ, οὐ νόσῳ μαραινομένους, οὐδὲ ταῖς κοιναῖς ἀσθενείαις ἐντετηγμένους, ἀλλὰ μετὰ κραυγῆς καὶ μετὰ φωνῆς σάλπιγγος, τουτέστιν, ὡς ἐν πολέμῳ καὶ μάχῃ· ἀπειλεῖ δὲ ὅτι καὶ κριταὶ καὶ ἄρχοντες καὶ πάντες αὐτῆς οἱ ἡγούμενοι συναπολοῦνται τοῖς ὑπεστρωμένοις.
Μετάφραση
Και «εισήλθαν προχωρώντας και χτυπώντας τον Μωάβ, και τις πόλεις κατέστρεψαν, και σε κάθε εύφορο κομμάτι γης έριξε κάθε άνδρας την πέτρα του και το γέμισαν, και έφραξαν κάθε πηγή νερού, και κάθε καλό δέντρο το έκοψαν, μέχρι που άφησαν τις πέτρες του τείχους γκρεμισμένες». Επειδή λοιπόν οι Μωαβίτες διατηρούσαν οργή, διότι κατά καιρούς τους είχαν νικήσει οι Ισραηλίτες, με τη βοήθεια και την από κοινού εκστρατεία του βασιλιά του Εδώμ, και αφού δεν είχαν άλλον τρόπο να βλάψουν τον νεκρό, διέπραξαν ιεροσυλία στο λείψανο, κατακαίγοντάς το με φωτιά και μη λυπούμενοι ούτε τα οστά, συμπεριλαμβάνοντας τρόπον τινά στους εξολοθρευμένους Ισραηλίτες και εκείνον που είχε γίνει κατά καιρούς βοηθός τους. Επομένως, λέει ότι οι πόλεις τους θα πυρποληθούν, και οι ίδιοι θα καταστραφούν μέσα σε αδυναμία, όχι μαραζώνοντας από ασθένεια, ούτε λιώνοντας από τις συνηθισμένες αρρώστιες, αλλά με κραυγές και με ήχο σάλπιγγας, δηλαδή όπως σε πόλεμο και μάχη· απειλεί δε ότι και οι κριτές και οι άρχοντες και όλοι οι ηγέτες της θα συντριβούν μαζί με τους υπηκόους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες