Ἄλλην δὲ πάλιν μυθώδη θεωρίαν οὗτος ὁ Ὠριγένης, ᾧ ὁ θεὸς συγχωρήσειε φαντασίας τοῖς ἀνθρώποις ἀλληγοροῦντι, παρεισήγαγε φάσκων οὓς εἶπεν ἡ θεία γραφὴ χιτῶνας δερματίνους πεποιηκέναι τὸν θεὸν τοῖς περὶ τὸν Ἀδὰμ μὴ εἶναι χιτῶνας δερματίνους· ἀλλὰ τοῦτό φησι χιτῶνα δερμάτινον τὸ σαρκῶδες τοῦ σώματος ἢ αὐτὸ τὸ σῶμα· μετὰ γὰρ τὴν παρακοήν, φησίν, καὶ μετὰ τὸ βεβρωκέναι τοῦ ξύλου ἐνέδυσε τὰς ψυχὰς ταῦτα τὰ σώματα τουτέστιν ταύτην τὴν σάρκα. καὶ ἔστιν εὔηθες τὸ ὅλον εἰπεῖν. σοφίζεται γὰρ αὐτὸς ὁ Ὠριγένης δῆθεν καὶ φησί· μὴ γὰρ ὁ θεὸς βυρσοδέψης ἦν, ἵνα βυρσεύσας δέρματα χιτῶνας ἐργάσηται τῷ Ἀδὰμ καὶ τῇ Εὔᾳ; πολὺ δὲ κτηνωδέστερον τὸ τοιοῦτον. τί εὐχερέστερον ἦν, οὐρανὸν καὶ γῆν ἐξ οὐκ ὄντων ποιῆσαι τὸν θεὸν ἢ χιτῶνας δερματίνους; πότε γὰρ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ θέλων οὐκ εἰργάσατο καὶ ἄψυχα εἰς ἔμψυχα μεταβαλεῖν πότε οὐ δεδύνηται; τὴν μὲν ῥάβδον Μωυσέως, ξηρὰν οὖσαν καὶ ξυλίνην, ὄφιν ἔμψυχον ἐποίησε Μωυσέα καταδιώκοντα, ἀφ᾽ οὗ Μωυσῆς εἰς φυγὴν ἐτρέπετο, ἵνα δείξῃ ὅτι οὐκ ἦν φάντασμα, ἀλλ᾽ ἀληθὲς τὸ γενόμενον. πῶς δὲ τεσσαράκοντα ἔτη τοῦ λαοῦ τὰ ἱμάτια οὐκ ἐρρικνώθη καὶ τρίχες οὐκ ἐκόμων καὶ τὰ ὑποδήματα οὐκ ἐπαλαιοῦντο;
Μετάφραση
Άλλην μία μυθώδη θεωρία, πάλι, εισήγαγε αυτός ο Ωριγένης, τον οποίο είθε να συγχωρήσει ο Θεός που παρουσιάζει αλληγορικά στους ανθρώπους τέτοιες φαντασίες, ισχυριζόμενος ότι οι δερμάτινοι χιτώνες, τους οποίους η θεία Γραφή αναφέρει ότι έφτιαξε ο Θεός για τον Αδάμ και την Εύα, δεν είναι πραγματικοί δερμάτινοι χιτώνες. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι «δερμάτινος χιτώνας» είναι το σαρκώδες μέρος του σώματος ή το ίδιο το σώμα· διότι μετά την παρακοή, λέει, και μετά τη βρώση από το δέντρο, ενέδυσε τις ψυχές με αυτά τα σώματα, δηλαδή με αυτή τη σάρκα. Και είναι εντελώς ανόητο να λέγεται κάτι τέτοιο. Διότι ο ίδιος ο Ωριγένης σοφίζεται δήθεν επιχειρήματα και λέει: «Μήπως ήταν βυρσοδέψης ο Θεός, ώστε να κατεργαστεί δέρματα και να φτιάξει χιτώνες για τον Αδάμ και την Εύα;». Κάτι τέτοιο όμως είναι πολύ πιο παράλογο. Τι ήταν ευκολότερο για τον Θεό, να δημιουργήσει τον ουρανό και τη γη εκ του μηδενός ή δερμάτινους χιτώνες; Διότι πότε δεν ενήργησε τα θαυμάσιά Του, όταν το θέλησε, και πότε δεν μπόρεσε να μεταβάλει τα άψυχα σε έμψυχα; Τη ράβδο του Μωυσή, αν και ήταν ξερή και ξύλινη, την έκανε ζωντανό φίδι που καταδίωκε τον Μωυσή, από το οποίο ο Μωυσής τράπηκε σε φυγή, για να αποδείξει ότι δεν ήταν οφθαλμαπάτη, αλλά ότι αυτό που συνέβη ήταν αληθινό. Πώς εξάλλου επί σαράντα χρόνια τα ενδύματα του λαού δεν φθάρθηκαν, τα μαλλιά τους δεν μάκρυναν και τα υποδήματά τους δεν πάλιωσαν;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες