Οὐδέν ἐστι τὸ πρᾶγμα; Καὶ ὑποβάλλεις μοι παροργίσαι τὸν Κύριον, ὅπως ἀκούσω ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ φοβερᾷ, ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Θεοῦ, παρὰ τοῦ δικαίου κριτοῦ· Δοῦλε πονηρέ, καὶ φιλήδονε μᾶλλον ἢ φιλόθεε, ἐμόλυνάς μου τὴν γῆν ἐν τοῖς μιάσμασί σου καὶ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις σου. Καὶ λέγεις μοι, οὐδέν ἐστι τὸ πρᾶγμα! Καθὼς γέγραπται· ὃς καὶ ἀγγέλων ἁμαρτησάντων οὐκ ἐφείσατο, ἀλλὰ σειραῖς ζόφου ταρταρώσας, παρέδωκεν εἰς κρίσιν μεγάλης ἡμέρας κολαζομένους τηρεῖν· καὶ ἀρχαίου κόσμου οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ᾽ ὄγδοον Νῶε, δικαιοσύνης κήρυκα, ἐφύλαξε, κατακλυσμὸν κόσμῳ ἀσεβῶν ἐπάξας· καὶ πόλεις ἀσεβῶν Σοδόμων καὶ Γομόρρας τεφρώσας, καταστροφῇ κατέκρινεν, ὑπόδειγμα μελλόντων ἀσεβεῖν τεθεικώς.
Μετάφραση
Δεν είναι τίποτα το πράγμα; Και με προτρέπεις να παροργίσω τον Κύριο, ώστε να ακούσω εκείνη τη φοβερή ημέρα, μπροστά στο φοβερό βήμα του Θεού, από τον δίκαιο κριτή: Δούλε πονηρέ, και φιλήδονε μάλλον παρά φιλόθεε, μόλυνες τη γη μου με τα μιάσματά σου και με τις αμαρτίες σου. Και μου λες ότι δεν είναι τίποτα το πράγμα! Καθώς έχει γραφτεί: αυτός που δεν λυπήθηκε ούτε τους αγγέλους που αμάρτησαν, αλλά, ρίχνοντάς τους στα τάρταρα με αλυσίδες σκοταδιού, τους παρέδωσε για να φυλάσσονται τιμωρούμενοι για την κρίση της μεγάλης ημέρας. Και δεν λυπήθηκε τον αρχαίο κόσμο, αλλά φύλαξε τον Νώε, τον όγδοο, ως κήρυκα της δικαιοσύνης, επιφέροντας κατακλυσμό στον κόσμο των ασεβών. Και αφού έκανε στάχτη τις πόλεις των ασεβών, τα Σόδομα και τα Γόμορρα, τις καταδίκασε σε καταστροφή, θέτοντάς τες ως παράδειγμα για όσους επρόκειτο να ασεβήσουν στο μέλλον.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες