Ὄρη τὰ Γελβουὲ, λέγων, μὴ πέσοι ἐφ᾽ ὑμᾶς μήθ᾽ ὑετὸς, μήτε δρόσος· καὶ, Πῶς ἔπεσε τόξον Ἰωνάθαν καὶ δύναμις; Νῦν δ᾽ ἀπολογεῖται ὡς οὐδὲν ἠδικηκότι τῷ πατροφόνῳ, καὶ τῷ νεκρῷ σπένδεται· ἴσως καὶ κατὰ τοῦτο ὑπεραλγῶν τοῦ παιδὸς, ὅτι κατὰ τοῦ πατρὸς ἀνετείνατο χεῖρα.
Μετάφραση
«Όρη του Γελβουέ», λέγοντας, «ας μην πέσει επάνω σας μήτε βροχή μήτε δροσιά»· και, «Πώς έπεσε το τόξο του Ιωνάθαν και η ισχύς;». Τώρα όμως βρίσκει δικαιολογίες για τον πατροκτόνο ωσάν να μην είχε διαπράξει καμία αδικία, και συμφιλιώνεται με τον νεκρό· ίσως μάλιστα να αισθάνεται τόσο βαθύ πόνο για το παιδί του ακριβώς για τούτο, ότι δηλαδή ύψωσε το χέρι του εναντίον του πατέρα του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες