Τί δὲ μετὰ τοῦτο; Δολοφονεῖται μὲν ὁ Μεμφιβοσθὲ, καὶ τῇ διὰ τοῦτον αὐτῷ γενομένῃ λύπῃ (καὶ γὰρ ἐπὶ τούτῳ πάλιν ἤλγησεν, ὡς καὶ ἀνελεῖν τοὺς φονεύσαντας) ἡ τῶν χωλῶν καὶ κυλλῶν ἀντίστασις προστεθεῖσα σφόδρα αὐτὸν διετάραξε. Κρατήσας δὲ καὶ τούτων καὶ ἑτέρων πολεμίων, ἀνάγει μὲν τὴν κιβωτὸν μετὰ πολλῆς τῆς εὐφροσύνης· ἔτι δὲ αὐτῆς ἀναγομένης, καὶ πάντων χαιρόντων, ἐν μέσῳ τῆς εὐθυμίας πρᾶγμα συμβὰν πάντων ἠμαύρωσε τὴν ἡδονὴν, καὶ ἀθυμίᾳ καὶ φόβῳ πολλῷ τὴν τοῦ βασιλέως ἔβαλε ψυχήν. Τὸν γὰρ Ὀζᾶν βουληθέντα περιτρεπομένην ὀρθῶσαι τὴν κιβωτὸν, παραχρῆμα ἐπάταξε καὶ νεκρὸν ἔθηκεν ἡ τοῦ Θεοῦ ὀργὴ, καὶ οὕτως ἐπὶ πολὺ κατέσεισε τοῦ Δαυῒδ τὴν ψυχὴν οὗτος ὁ φόβος, ὡς μὴ πρότερον τολμῆσαι πρὸς ἑαυτὸν ἀνενεγκεῖν τὴν κιβωτὸν, πρὶν ἢ μαθεῖν ὅπως χρήσαιτο τῷ τότε αὐτὴν ὑποδεξαμένῳ Ἀβεδδαρᾶ. Μετὰ δὲ ταῦτα τελευτήσαντος τοῦ Ἀμμανιτῶν βασιλέως, πρᾶγμα ἀνδρὸς χρηστοῦ καὶ φιλανθρώπου ποιῶν, ἔπεμψε παραμυθησόμενος τὸν υἱὸν τὸν ἐκείνου, καὶ πείθων πράως ἐνεγκεῖν τὴν τοῦ πατρὸς τελευτήν· ὁ δὲ ἀντὶ τῆς τιμῆς ταύτης ὑβρίσας τοὺς ἀπελθόντας αἰσχρῶς, οὕτως ἀπέπεμψε τῷ βασιλεῖ. Ἆρά σοι μικρὸν εἶναι τοῦτο δοκεῖ πρὸς τὸ πλῆξαι ψυχὴν καὶ καταβαλεῖν; ἆρ᾽ οὐχ ὁ πόλεμος ἐκεῖνος τοῦτο δείκνυσιν, ὁ μηδαμόθεν ἑτέρωθεν τὴν ὑπόθεσιν ἐσχηκὼς, καὶ πρὸς τοσαύτην σφοδρότητα ἐκταθεὶς, ὡς μυρίοις αὐτὸν περιβαλεῖν κακοῖς;
Μετάφραση
Τι συνέβη δε μετά από αυτό; Δολοφονείται μεν ο Μεμφιβοσθέ, και στη λύπη που του προκλήθηκε εξαιτίας του (διότι και για το γεγονός αυτό πάλι πόνεσε βαθιά, σε σημείο να θανατώσει τους φονιάδες), προστέθηκε η αντίσταση των χωλών και των αναπήρων, η οποία τον συντάραξε σφόδρα. Αφού δε επικράτησε και αυτών και άλλων εχθρών, μεταφέρει την κιβωτό με πολλή ευφροσύνη· ενώ όμως αυτή ακόμη μεταφερόταν και όλοι χαίρονταν, μέσα στην ευθυμία συνέβη ένα γεγονός που αμαύρωσε τη χαρά όλων και γέμισε την ψυχή του βασιλιά με αθυμία και πολύ φόβο. Διότι τον Οζά, ο οποίος θέλησε να κρατήσει όρθια την κιβωτό που κινδύνευε να ανατραπεί, τον πάταξε αμέσως και τον άφησε νεκρό η οργή του Θεού. Και αυτός ο φόβος συγκλόνισε τόσο πολύ την ψυχή του Δαβίδ, ώστε δεν τόλμησε προηγουμένως να φέρει την κιβωτό κοντά του, προτού μάθει τι συνέβη στον Αβεδδαρά, ο οποίος την είχε υποδεχθεί τότε. Μετά δε από αυτά, όταν πέθανε ο βασιλιάς των Αμμανιτών, πράττοντας έργο ανθρώπου χρηστού και φιλάνθρωπου, έστειλε απεσταλμένους για να παρηγορήσουν τον γιο εκείνου, και να τον πείσουν να υπομείνει με πραότητα τον θάνατο του πατέρα του· εκείνος όμως, αντί για αυτή την τιμή, αφού εξύβρισε αισχρά αυτούς που είχαν πάει, έτσι τους έδιωξε πίσω στον βασιλιά. Άραγε, σου φαίνεται μικρό αυτό για να πλήξει και να καταβάλει μια ψυχή; Άραγε δεν το αποδεικνύει αυτό εκείνος ο πόλεμος, ο οποίος δεν είχε από πουθενά αλλού την αφορμή του, και επεκτάθηκε με τόση σφοδρότητα, ώστε να τον περιβάλει με μύρια κακά;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες