Ἐπειδὴ κακῶς μὲν ἤρξατο, καλῶς δὲ τὸν βίον ἐτέλεσε, διὰ τοῦτο 〈Εἰς τὸ τέλος ἐν ὕμνοις.〉 Ἤρξατο κακῶς βλέπειν, ὅτε 〈εἶδε γυναῖκα λουομένην.〉 Ἐκείνη ἐλούετο καὶ οὗτος ἐξελύετο· ἐκείνη ἐσμήχετο καὶ οὗτος ἐρρυποῦτο· ἐκείνη ἔξωθεν ψυχρῷ ἐκέχρητο ὕδατι καὶ οὗτος ἔνδοθεν ἐνεπυρίζετο. Ταῦτα δὲ οὐκ ἦσαν ἄξια ὕμνων καὶ ἐπαίνων, ἀλλὰ ψόγων καὶ μέμψεων. Ὁ σπινθὴρ τῆς ἐπιθυμίας τὴν φλόγα τῆς μοιχείας ἀνῆψεν· ἡ μοιχεία ὁδεύουσα τὸν φόνον ἐγέννησεν. Ὁ γὰρ κακὸς ἐραστής, τὴν ἀμνάδα σφάξας, καὶ τὸν ταύτης ποιμένα ἐφόνευσε. Δύο πάθη δύο φόνους ἔδρασαν. Ὁ πόθος γὰρ καὶ ὁ θυμὸς ὁπλισάμενοι, ὁ μὲν πόθος τὴν γυναῖκα ὡς ἀμνάδα ἔθυσεν, ὁ δὲ θυμὸς τὸν ἄνδρα ἐφόνευσεν.
Μετάφραση
Επειδή ξεκίνησε μεν άσχημα, αλλά ολοκλήρωσε τον βίο του καλά, γι' αυτό αναγράφεται <Εις το τέλος εν ύμνοις>. Άρχισε να κοιτάζει αμαρτωλά, όταν <είδε γυναίκα να λούζεται>. Εκείνη λουζόταν και αυτός παρέλυε ηθικά· εκείνη καθαριζόταν και αυτός μολυνόταν· εκείνη εξωτερικά χρησιμοποιούσε κρύο νερό και αυτός εσωτερικά φλεγόταν. Αυτά όμως δεν ήταν άξια ύμνων και επαίνων, αλλά ψόγων και μομφών. Ο σπινθήρας της επιθυμίας άναψε τη φλόγα της μοιχείας· η μοιχεία, προχωρώντας, γέννησε τον φόνο. Διότι ο κακός εραστής, αφού έσφαξε την αμνάδα, φόνευσε και τον ποιμένα της. Δύο πάθη διέπραξαν δύο φόνους. Διότι ο πόθος και ο θυμός, αφού οπλίστηκαν, ο μεν πόθος θυσίασε τη γυναίκα σαν αμνάδα, ο δε θυμός φόνευσε τον άνδρα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες