Ὁ δὲ ἀπέδρα· καὶ μετὰ ἔτη τρία, ὅτε καθυφῆκε τῆς ὀργῆς ὁ βασιλεὺς, σοφίζεται Ἰωὰβ διὰ γυναικὸς Θεκωΐτιδος, καὶ πείθει ἐπαναγαγεῖν τὸν Ἀβεσσαλώμ. Ἐπανελθόντα δὲ οὐκ ἠθέλησεν εὐθέως ἰδεῖν ὁ πατὴρ, ἀλλ᾽ ἦν δύο ἔτη ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐξ ὄψεως τοῦ βασιλέως. Τότε καλεῖ τὸν Ἰωάβ· ὁ δὲ οὐχ ὑπήκουσεν. Εἶτα ἐνέπρησεν αὐτοῦ τὸν ἀγρὸν, καὶ οὕτως ἀναγκασθεὶς ἦλθε πρὸς τὸν Ἀβεσσαλὼμ, καὶ ἀποσταλεὶς ὑπ᾽ αὐτοῦ πρὸς τὸν βασιλέα, κατήλλαξεν αὐτὸν, καὶ εἰσήγαγε τὸν Ἀβεσσαλώμ.
Μετάφραση
Εκείνος δε διέφυγε· και μετά από τρία έτη, όταν καταλάγιασε η οργή του βασιλέως, ο Ιωάβ μηχανεύτηκε ένα σχέδιο μέσω μιας γυναίκας από τη Θεκωέ, και τον έπεισε να επαναφέρει τον Αβεσσαλώμ. Όταν όμως εκείνος επέστρεψε, ο πατέρας δεν θέλησε να τον δει ευθύς αμέσως, αλλά παρέμεινε δύο έτη στην Ιερουσαλήμ μακριά από το πρόσωπο του βασιλέως. Τότε καλεί τον Ιωάβ· αυτός όμως δεν υπάκουσε. Έπειτα πυρπόλησε τον αγρό του, και έτσι, αναγκασμένος, προσήλθε στον Αβεσσαλώμ, και αφού απεστάλη από αυτόν προς τον βασιλέα, τον συμφιλίωσε και οδήγησε ενώπιόν του τον Αβεσσαλώμ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες