ΨΑΛΜΟΣ Γʹ. <Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν;> (A f. 16 b, B f 11, D f. 59 b.) Φησὶ γοῦν· «Τί ἐπληθύνθησαν;» τὸ τί ἀντὶ τοῦ σφόδρα λέγων. Καταπλήττεται γὰρ ἀναριθμήτους ὁρῶν τοὺς ἀρτύοντας αὐτῷ τὰς ἐπιβουλάς· καὶ δέδιε μὲν ὡς ἄνθρωπος, πλὴν οὐχ ἡττᾶται τοῖς δείμασιν, ἀλλ᾽ ἐῤῥωμένην ἔχων ἐπὶ Θεῷ τὴν καρδίαν, προσδοκᾷ ὅτι τῶν ἐπιβουλευόντων περιγενήσεται. Ἔθλιβον δὲ τὸν Δαβὶδ πληθυνόμενοι οἱ προστιθέμενοι τῷ Ἀβεσσαλὼμ διακόσιοι ἄνδρες ἐξ Ἰερουσαλὴμ, ὅτε αὐτῷ καὶ Ἀχιτόφελ καὶ Θεκὼν προσετέθησαν, καὶ σύστρεμμα ἰσχυρὸν καὶ λαὸς πολὺς σὺν αὐτῷ. Οὗτοι γὰρ πάντες ἔθλιβον τὸν Δαβίδ· ἐν οἷς καὶ ὁ Σεμεεὶ, ὃς ἐκπορευομένῳ κατηρᾶτο τῷ Δαβίδ. <Σὺ δὲ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ.> (A f. 17 b.) Τὴν γενομένην ἐκ τῆς τῶν ἐχθρῶν ἐπαναστάσεως αὐτῷ συνοχήν τε καὶ ἀμηχανίαν προειπὼν ὁ Δαβὶδ, νῦν διαστέλλει τὸ μέλος τῷ διαψάλματι, καὶ τῷ κατὰ τὸ ἀπόῤῥητον αὐτῷ ἐνηχήσαντι ἐπιθαρσήσας, τὴν σωτήριον ταύτην φωνὴν φθέγγεται· «Σὺ δὲ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ.» Ἐκεῖνοι μὲν, φησὶν, ὅπλα κινοῦσι, καὶ περιέσεσθαί μου προσδοκῶσι, διὰ τὸ τῆς σῆς γεγυμνῶσθαί με χάριτος· ἐγὼ δὲ οἶδα τὸν ἐμαυτοῦ Σωτῆρα καὶ Λυτρωτήν.
Μετάφραση
ΨΑΛΜΟΣ Γ'. <Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν;> (A f. 16 b, B f 11, D f. 59 b.) Λέει λοιπόν: «Γιατί πληθύνθηκαν;», χρησιμοποιώντας το «τί» (γιατί) αντί του «πάρα πολύ». Διότι εκπλήσσεται βλέποντας αναρίθμητους αυτούς που εξυφαίνουν εναντίον του επιβουλές· και φοβάται μεν ως άνθρωπος, πλην όμως δεν νικάται από τους φόβους, αλλά έχοντας σταθερή την καρδιά του στον Θεό, προσδοκά ότι θα επικρατήσει όσων τον επιβουλεύονται. Έθλιβαν δε τον Δαβίδ αυξανόμενοι οι διακόσιοι άνδρες από την Ιερουσαλήμ που προσχώρησαν στον Αβεσσαλώμ, όταν σε αυτόν προστέθηκαν και ο Αχιτόφελ και ο Θεκών, και συγκροτήθηκε ισχυρή συσπείρωση και πολύς λαός μαζί του. Διότι όλοι αυτοί έθλιβαν τον Δαβίδ· μεταξύ των οποίων και ο Σεμεΐ, ο οποίος καταριόταν τον Δαβίδ καθώς αυτός πορευόταν. <Σὺ δὲ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ.> (A f. 17 b.) Αφού προείπε ο Δαβίδ τη στενοχώρια και την αμηχανία που του προέκυψε από την επανάσταση των εχθρών, τώρα διαχωρίζει το μέλος με το διάψαλμα, και, παίρνοντας θάρρος από Εκείνον που του μίλησε μυστικά, αναφωνεί αυτήν τη σωτήρια φωνή: «Εσύ όμως, Κύριε, είσαι ο αντιλήπτοράς μου». Εκείνοι μεν, λέει, σηκώνουν όπλα, και προσδοκούν να με κατανικήσουν, θεωρώντας ότι έχω απογυμνωθεί από τη δική Σου χάρη· εγώ όμως γνωρίζω τον δικό μου Σωτήρα και Λυτρωτή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες