Ἐποίησε δὲ αὐτῷ ἅρματα καὶ ἵππους Ἀβεσσαλὼμ, καὶ τοὺς ἐρχομένους κρίνεσθαι μετὰ πολλῆς ἀποδεχόμενος τιμῆς, ἐπῄνει μὲν ὡς δίκαια λέγειν ἔχοντας, ἐλέει δὲ ὡς οὐδενὸς ὄντος τοῦ ἀμῦναι δυναμένου, καὶ ἔλεγε· Τίς καταστήσει με κριτὴν ἐπὶ τῆς γῆς; καὶ οὕτως ᾠκειοῦτο τὸν λαόν. Ἐπανίσταται δὲ Ἀβεσσαλὼμ τῷ Δαυΐδ· ὁ δὲ ἀκούσας ἔφυγεν ἐκ τῆς Ἱερουσαλὴμ, ἀφεὶς τὰς παλλακὰς αὐτοῦ ἐν τῇ πόλει.
Μετάφραση
Ο δε Αβεσσαλώμ ετοίμασε για τον εαυτό του άρματα και ίππους, και υποδεχόμενος με πολλή τιμή εκείνους που προσέρχονταν για να δικαστούν, τους επαινούσε λέγοντας ότι αυτά που ισχυρίζονταν ήταν δίκαια, και τους εξέφραζε τη συμπόνοια του με τη δικαιολογία ότι δεν υπήρχε κανένας που να μπορεί να τους υπερασπιστεί, και έλεγε: «Ποιος θα με καταστήσει κριτή επί της γης;»· και με αυτόν τον τρόπο προσεταιριζόταν τον λαό. Επαναστατεί, λοιπόν, ο Αβεσσαλώμ εναντίον του Δαβίδ· και εκείνος, μόλις το πληροφορήθηκε, έφυγε από την Ιερουσαλήμ, αφήνοντας τις παλλακίδες του στην πόλη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες