Ἀρχόντων παρακαλούντων φαγεῖν ἄρτον, οὐκ ἐπείθετο· εἰς ἑβδόμην ὁλόκληρον ἡμέραν παρέτεινε τὴν νηστείαν. Εἰ βασιλεὺς οὕτως ἐξωμολογεῖτο, σὺ ὁ ἰδιώτης οὐκ ὀφείλεις ἐξομολογήσασθαι; Καὶ μετὰ τὴν τοῦ Ἀβσαλὼμ ἐπανάστασιν, πολλῶν οὐσῶν ὁδῶν αὐτῷ τῆς φυγῆς, διὰ τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν φεύγειν εἵλατο, μονονουχὶ τῇ διανοίᾳ τὸν ἀναβησόμενον εἰς τοὺς οὐρανοὺς ἐκεῖθεν λυτρωτὴν ἐπικαλούμενος· καὶ καταρωμένου πικρῶς αὐτὸν τοῦ Σεμεῒ λέγει, Ἄφετε αὐτόν· ᾔδει γὰρ, ὅτι τῷ ἀφιέντι ἀφεθήσεται.
Μετάφραση
Όταν οι άρχοντες τον παρακαλούσαν να φάει, δεν πειθόταν· μέχρι την έβδομη ολόκληρη ημέρα παρέτεινε τη νηστεία. Εάν ο βασιλιάς εξομολογούνταν έτσι, εσύ ο απλός άνθρωπος δεν οφείλεις να εξομολογηθείς; Και μετά την επανάσταση του Αβεσσαλώμ, ενώ υπήρχαν πολλοί δρόμοι διαφυγής για αυτόν, προτίμησε να φύγει δια μέσου του όρους των Ελαιών, σαν να επικαλείτο νοερά τον Λυτρωτή που επρόκειτο να αναληφθεί από εκεί στους ουρανούς· και όταν ο Σεμεΐ τον καταριόταν πικρά, έλεγε: «Αφήστε τον»· διότι γνώριζε ότι σε όποιον συγχωρεί θα του δοθεί συγχώρεση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες