Ἐξέτηξεν δάκρυσιν τὸν ἐπιθυμητὴν ὀφθαλμόν. Οἱ ἄρχοντες παρεκάλουν φαγεῖν ἄρτον, καὶ οὐκ ἐπείθετο· εἰς ἑβδόμην ὁλόκληρον ἡμέραν παρέτεινε τὴν νηστείαν. Βασιλεῖς οὕτως ἐξομολογοῦνται, σὺ ὁ ἰδιώτης οὐκ ὀφείλεις ἐξομολογεῖσθαι; Καὶ μετὰ τὴν τοῦ Ἀβεσσαλὼμ ἐπανάστασιν, πολλῶν οὐσῶν ὁδῶν τῆς φυγῆς, διὰ τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν φεύγει, μονονουχὶ τὸν Λυτρωτὴν ἐπικαλούμενος. Καταρωμένου αὐτὸν τοῦ Σεμεῒ, λέγει· Ἄφετε αὐτὸν, ὅπως ἐπίδῃ ὁ Θεὸς ἐπὶ τὴν ταπείνωσίν μου.
Μετάφραση
Έλιωσε με δάκρυα τον οφθαλμό που επιθύμησε. Οι άρχοντες τον παρακαλούσαν να φάει άρτο, και δεν πειθόταν· μέχρι την έβδομη ολόκληρη ημέρα παρέτεινε τη νηστεία. Βασιλείς εξομολογούνται με αυτόν τον τρόπο, και εσύ ο απλός άνθρωπος δεν οφείλεις να εξομολογείσαι; Και μετά την επανάσταση του Αβεσσαλώμ, παρότι υπήρχαν πολλοί δρόμοι διαφυγής, φεύγει μέσω του Όρους των Ελαιών, σχεδόν επικαλούμενος τον Λυτρωτή. Όταν τον καταριόταν ο Σεμεΐ, λέει: Αφήστε τον, ώστε να επιβλέψει ο Θεός την ταπείνωσή μου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες