Καὶ δὴ μετ’ ὀδύνης οὐ φορητῆς ἄκων τὴν Ἰερουσαλὴμ ἀπολιπών, ἐπεὶ πρὸς τὴν ὑπώρειαν τοῦ Ἐλαιῶνος ἔφθασε φεύγων, τὸν Σεμεεὶ προσθήκην εὗρε τῆς συμφορᾶς, λίθοις αὐτὸν βάλλοντα καὶ ἀφειδῶς ἐπαρώμενον καὶ ἀναιδῶς καθυβρίζοντα καὶ ἄνδρα αἱμάτων ἀποκαλοῦντα καὶ ἄνδρα παράνομον, οἱονεὶ τὸ περὶ τὴν Βηρσαβεὲ καὶ τὸν Οὐρίαν ἄγος εἰς ὀνειδισμὸν τοῦ βασιλέως ὑπ’ ὄψιν ἄγοντα. Καὶ οὐδὲ ἅπαξ ἢ δὶς ἐπαρασάμενος καὶ λίθοις καὶ λίθων πληκτικωτέροις ρήμασι βαλὼν ἀπήλλαξεν· ἀλλ’ ἐπορεύετό φησιν ὁ βασιλεὺς καὶ πάντες οἱ ἄνδρες αὐτοῦ μετ’ αὐτοῦ, καὶ Σεμεεὶ ἐπορεύετο ἐκ πλευρᾶς τοῦ ὄρους, ἐχόμενος αὐτοῦ, καταρώμενος καὶ λίθοις βάλλων ἐκ πλαγίου καὶ τῷ χοῒ πάσσων τὸν βασιλέα. Οὐκ ἠπόρει δὲ τῶν κωλυσόντων ὁ βασιλεύς. Ἀβεσσὰ γοῦν ὁ στρατηγὸς μὴ ἀνασχόμενος πρὸς τὸν Δαβὶδ εἶπεν· «Ἵνα τί καταρᾶται ὁ κύων ὁ τεθνηκὼς οὗτος τὸν κύριόν μου τὸν βασιλέα; διαβήσομαι δὴ καὶ ἀφελῶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ». Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐπέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς παῖδας αὐτοῦ, πρὸς αὐτοὺς εἰπών· ἄφετε αὐτόν, ὅπως ἴδοι Κύριος ἐν τῇ ταπεινώσει μου καὶ ἐπιστρέψοι μοι ἀγαθὰ ἀντὶ τῆς κατάρας αὐτοῦ.
Μετάφραση
Και πράγματι, αφού εγκατέλειψε παρά τη θέλησή του την Ιερουσαλήμ με αβάσταχτη οδύνη, όταν έφτασε φεύγοντας στους πρόποδες του Όρους των Ελαιών, βρήκε ως προσθήκη στη συμφορά του τον Σεμεΐ, ο οποίος του πετούσε πέτρες, τον καταριόταν ανελέητα, τον ύβριζε ξεδιάντροπα και τον αποκαλούσε άνδρα των αιμάτων και παράνομο, σαν να έφερνε μπροστά του το μίασμα σχετικά με τη Βηρσαβεέ και τον Ουρία, για να ονειδίσει τον βασιλιά. Και δεν τον άφησε ήσυχο αφού τον καταράστηκε μια ή δυο φορές και τον χτύπησε με πέτρες και με λόγια πιο οδυνηρά από πέτρες· αλλά πορευόταν, λέει η Γραφή, ο βασιλιάς και όλοι οι άνδρες του μαζί του, και ο Σεμεΐ πορευόταν από την πλαγιά του βουνού, ακολουθώντας τον από κοντά, καταρώμενος και πετώντας πέτρες από το πλάι και ραίνοντας τον βασιλιά με χώμα. Δεν στερούνταν βέβαια ανθρώπων που θα τον εμπόδιζαν ο βασιλιάς. Ο στρατηγός Αβεσσά, για παράδειγμα, μην αντέχοντας, είπε στον Δαβίδ: «Γιατί καταριέται αυτό το ψόφιο σκυλί τον κύριό μου, τον βασιλιά; Θα περάσω απέναντι και θα του πάρω το κεφάλι». Ο βασιλιάς, όμως, τον συγκράτησε, όπως και όλους τους υπηρέτες του, λέγοντάς τους: «Αφήστε τον, ώστε να δει ο Κύριος την ταπείνωσή μου και να μου ανταποδώσει αγαθά αντί για την κατάρα του».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες