Ἐδεδίει τοίνυν μάλιστα τῶν ἄλλων τὸν Ἀχιτόφελ, διὰ τὸ πικρὰς εἰσφέρειν ἀεὶ γνώμας, καὶ τὸ εἰδέναι στρατηγεῖν. <Καὶ ἰδοὺ εἰς ἀπαντὴν αὐτῷ Χουσί.> Κυρίλλου. Ἔνα ὑπάρχοντα τῶν ἑαυτοῦ φίλων τὸν Χουσὶ, πείθει προσποιήσασθαι τὴν ἀπόστασιν τὴν ἀπ᾽ αὐτοῦ, καὶ τὸ προσκεκλῆσθαι θέλειν τὸν Ἀβεσσαλὼμ, ἵνα ταῖς τοῦ Ἀχιτόφελ λεληθότως μάχηται συμβουλαῖς ὃ δὴ καὶ γέγονεν. <Καὶ οὔτως ἔλεγε Σεμεῖ ἐν τῷ καταρᾶσθαι αὐτόν.> Κυρίλλου. Ὑβρίσας Σεμεῒ καὶ πικραῖς αὐτὸν μονονουχὶ κατασφενδονήσας φωναῖς, οὐδὲν ὑπ᾽ αὐτοῦ τῷ τηνικάδε παθὼν ἀπηλλάττετο· εἰ καὶ δυσχερεῖς μετὰ τοῦτο καὶ τὰς αὐτῷ πρεπούσας ἐκτέτικε δίκας· πλὴν ὅτι διεκαρτέρησεν ὁ Δαβὶδ, καὶ παρατρυνόντων αὐτὸν πολλῶν, τοῦ παντὸς ἀξίαν ἡγεῖτο τὴν σιωπὴν, ἐκ πολλῆς ἄγαν καὶ ἀξιαγάστου συνέσεως. Ἐνενόει γὰρ ὅτι διά τοι τοῦ προσκεκροῦσθαι Θεῷ, δέδοταί πως εἰς μάστιγας, καὶ μοῖραν εἶναι κατελογίζετο τῆς πληγῆς, τοὺς παρά τινων ὀνειδισμοὺς τωθασμούς τε καὶ γέλωτας. Ἔνθα γὰρ ἀποστροφὴ Θεοῦ καὶ ἐγκατάλειψις, κἂν γοῦν ἡ μετρία γένοιτο κατά τινος, ἐκεῖ που πάντως ἔσται καταλυπεῖν εἰωθότα πολλὰ καὶ πικρά. <Ὅτι Κύριος εἶπεν αὐτῷ καταρᾶσθαι τὸν Δαβίδ.> Κυρίλλου. Τούτου μέμνηται ἐν τῷ ληʹ ψαλμῷ· φησὶν, «Ὄνειδος ἄφρονι ἔδωκάς με.» <Καὶ εἶπεν Ἀχιτόφελ πρὸς Ἀβεσσαλὼμ, κ.τ.λ.> Κυρίλλου.
Μετάφραση
Φοβόταν, λοιπόν, περισσότερο από όλους τον Αχιτόφελ, επειδή πάντοτε κατέθετε οδυνηρές προτάσεις και γνώριζε να ασκεί στρατηγία. <Και ιδού, προς συνάντησή του ήλθε ο Χουσί.> Του Κυρίλλου. Τον Χουσί, που ήταν ένας από τους φίλους του, τον πείθει να προσποιηθεί την αποστασία από αυτόν, και ότι επιθυμεί να προσκολληθεί στον Αβεσσαλώμ, ώστε να πολεμήσει κρυφά τις συμβουλές του Αχιτόφελ· πράγμα που πράγματι συνέβη. <Και έτσι έλεγε ο Σεμεΐ καταρώμενος αυτόν.> Του Κυρίλλου. Ο Σεμεΐ, αφού τον πρόσβαλε και σχεδόν τον λιθοβόλησε με πικρά λόγια, απομακρύνθηκε χωρίς να υποστεί τίποτα από αυτόν εκείνη τη στιγμή· αν και αργότερα πλήρωσε τις σκληρές και πρέπουσες σε αυτόν τιμωρίες· όμως ο Δαβίδ έδειξε καρτερία και, παρόλο που πολλοί τον παρότρυναν, θεωρούσε τη σιωπή υπεράνω όλων, από υπερβολική και αξιοθαύμαστη σύνεση. Διότι αναλογιζόταν ότι, εξαιτίας του ότι είχε προσκρούσει στον Θεό, παραδόθηκε κατά κάποιον τρόπο σε μαστιγώσεις, και λογάριαζε ως μέρος της πληγής τους ονειδισμούς, τους χλευασμούς και τα γέλια εκ μέρους κάποιων. Διότι όπου υπάρχει αποστροφή και εγκατάλειψη από τον Θεό, έστω κι αν συμβεί σε μέτριο βαθμό απέναντι σε κάποιον, εκεί οπωσδήποτε θα υπάρξουν πολλά και πικρά που είθισται να προκαλούν θλίψη. <Επειδή ο Κύριος του είπε να καταραστεί τον Δαβίδ.> Του Κυρίλλου. Αυτό το μνημονεύει στον λη΄ ψαλμό· λέει, «Όνειδος στον άφρονα με παρέδωσες». <Και είπε ο Αχιτόφελ προς τον Αβεσσαλώμ, κ.τ.λ.> Του Κυρίλλου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες