Μόνον οἱ καλῶς φιλοπονοῦντες ἐν ταῖς Γραφαῖς καὶ τὴν τῶν ψαλμῶν μετὰ καλῆς κατανοήσεως διεξερχόμενοι βίβλον, οὗτοι ἴσασιν ὅτι οὐδέποτε ἔλειπε τῷ δικαίῳ κλαυθμός, ἀλλὰ ποτὲ μὲν τὴν στρωμνὴν τοῖς δάκρυσιν ἔβρεχε, ποτὲ δὲ ἔλεγεν· ἐγενήθη τὰ δάκρυά μου ἐμοὶ ἄρτος ἡμέρας καὶ νυκτός· ποτὲ δὲ καὶ τὸ ἐσθίειν ἐπιλανθανόμενος· ἐπελαθόμην γάρ, φησί, τοῦ φαγεῖν τὸν ἄρτον μου, καὶ τὸ πόμα μου μετὰ κλαυθμοῦ ἐκίρνων. Καὶ τί λέγειν θέλω τὰς ἐν τοῖς ψαλμοῖς αὐτοῦ ἀναγεγραμμένας θλίψεις; Εὐχόμενος γὰρ ἔλεγεν· αἱ θλίψεις τῆς καρδίας μου ἐπληθύνθησαν· ἐκ τῶν ἀναγκῶν μου ἐξάγαγέ με. Τότε δὲ ὅτε εὐεργετηθεὶς παρ᾽ αὐτοῦ καὶ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν ἀλλοφύλων ῥυσθείς· ὅτε οὐκ ἐπαύετο καταδιώκων αὐτὸν ὁ Σαοὺλ καὶ ζητῶν ἀνελεῖν αὐτόν, μηδὲν ἔχων παρ᾽ αὐτοῦ φαῦλον, ἀλλὰ φθόνῳ δεινῷ ληφθείς. Τί δὲ ὅτε Σεμεῒ κατηρᾶτο καὶ ἐξουθένει καὶ ἐλίθαζεν ἐν λίθοις; Τότε δὲ ὅτε 〈ὁ〉 ἐξεληλυθὼς ἐξ αὐτοῦ κατεδίωκεν αὐτὸν καὶ ἔσπευδεν ἀνελεῖν αὐτόν; Τί δὲ ὅτε τὴν ἀσεβεστάτην ἐκείνην ἐτόλμησε τόλμην καὶ τὴν μανίαν ἐκείνην ἐμάνη κατὰ τῶν γυναικῶν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐξουθενῶν αὐτόν; Πόσαι θλίψεις καὶ ὀδύναι ταῦτα; Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ὑπέμεινε διὰ τὴν αἰώνιον ζωήν· καὶ ἔλεγεν· ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοι, καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου.
Μετάφραση
Μόνο όσοι κοπιάζουν με ζήλο στις Γραφές και μελετούν το βιβλίο των Ψαλμών με ορθή κατανόηση, αυτοί γνωρίζουν ότι ποτέ δεν έλειψε ο κλαυθμός από τον δίκαιο, αλλά άλλοτε μεν έβρεχε το στρώμα του με τα δάκρυά του, άλλοτε δε έλεγε: «τα δάκρυά μου έγιναν για μένα άρτος ημέρα και νύχτα»· και άλλοτε ξεχνούσε ακόμη και να φάει: «διότι ξέχασα», λέει, «να φάω τον άρτο μου, και το ποτό μου το αναμίγνυα με κλάμα». Και προς τι να αναφέρω τις θλίψεις που είναι καταγεγραμμένες στους ψαλμούς του; Διότι προσευχόμενος έλεγε: «οι θλίψεις της καρδιάς μου πληθύνθηκαν, από τις ανάγκες μου βγάλε με». Τι να πούμε όμως για τότε που, αν και είχε ευεργετηθεί από αυτόν και από τη χάρη του Θεού και είχε σωθεί από τους αλλοφύλους, ο Σαούλ δεν έπαυε να τον καταδιώκει και να ζητά να τον θανατώσει, χωρίς να έχει υποστεί κανένα κακό από αυτόν, αλλά επειδή είχε κυριευθεί από φοβερό φθόνο; Και τι να πούμε για τότε που ο Σεμεΐ τον καταριόταν, τον εξουθένωνε και τον λιθοβολούσε με πέτρες; Και τότε που εκείνος που είχε βγει από τα σπλάχνα του τον καταδίωκε και έσπευδε να τον εξοντώσει; Και τι για τότε που τόλμησε εκείνη την ασεβέστατη πράξη και κυριεύθηκε από εκείνη τη μανία εναντίον των γυναικών του πατέρα του, εξουθενώνοντάς τον; Πόσες θλίψεις και οδύνες ήταν όλα αυτά; Αλλά όλα αυτά τα υπέμεινε για την αιώνια ζωή· και έλεγε: «με υπομονή περίμενα τον Κύριο, και με πρόσεξε, και εισάκουσε τη δέησή μου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες