Ὑβρίσθης; Ἀναλόγισαι τοὺς πύκτας. Ἐάσωμεν δὲ τοὺς κατὰ σάρκα περιπατοῦντας καὶ ἔλθωμεν ἐπὶ τῶν πνευματικῶν. Ὅτε ἀπεδίδρασκε Δαβὶδ ἀπὸ προσώπου Ἀβεσσαλὼμ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, οὐχὶ ἐξελθὼν Σεμεῒ ἐλοιδόρει τὸν βασιλέα Δαβὶδ ἐνώπιον πάντων τῶν συμπορευομένων αὐτῷ; Μὴ καταμόνας ἐλοιδόρει τῷ βασιλεῖ, ἵνα εἴπῃ τις ὅτι ἕνεκα τούτου ἤνεγκε τὴν ὕβριν μακροθύμως; Ἀλλ᾽ οὐ μόνον ἐλοιδόρει, ἀλλὰ καὶ ἐκατήρατο καὶ ἐλίθαζε τὸν βασιλέα· ὥστε καὶ λέγειν τινὰ τῶν γνησίων φίλων τῷ βασιλεῖ· ἱνατί καταρᾶται ὁ κύων ὁ τεθνηκὼς οὗτος τὸν κύριόν μου τὸν βασιλέα; Διαβήσομαι, καὶ ἀφελῶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. Ὁ δὲ βασιλεὺς εἶπε πρὸς αὐτόν· τί ἐμοὶ καὶ ὑμῖν, υἱοὶ Σαρουΐας; Ἄφετε αὐτὸν οὕτως καταρᾶσθαί με, ὅτι Κύριος εἶπεν αὐτῷ καταράσασθαι τὸν Δαβίδ· καὶ τίς ἐρεῖ αὐτῷ· τί ὅτι ἐποίησας οὕτως;
Μετάφραση
Υβρίστηκες; Αναλογίσου τους πυγμάχους. Ας αφήσουμε όμως όσους πορεύονται κατά σάρκα και ας έλθουμε στα πνευματικά. Όταν ο Δαβίδ διέφευγε από το πρόσωπο του γιου του Αβεσσαλώμ, δεν βγήκε ο Σεμεΐ και λοιδωρούσε τον βασιλιά Δαβίδ ενώπιον όλων όσοι συμπορεύονταν μαζί του; Μήπως λοιδωρούσε τον βασιλιά κατ' ιδίαν, ώστε να πει κάποιος ότι για τον λόγο αυτόν υπέμεινε την ύβρη με μακροθυμία; Αλλά όχι μόνο τον λοιδωρούσε, αλλά και τον καταριόταν και λιθοβολούσε τον βασιλιά, ώστε κάποιος από τους γνήσιους φίλους του είπε στον βασιλιά: Γιατί καταριέται αυτός ο ψόφιος σκύλος τον κύριό μου τον βασιλιά; Θα περάσω απέναντι και θα του κόψω το κεφάλι. Ο βασιλιάς όμως του είπε: Τι σχέση υπάρχει μεταξύ εμού και υμών, γιοι της Σαρουΐας; Αφήστε τον να με καταριέται έτσι, διότι ο Κύριος του είπε να καταραστεί τον Δαβίδ. Και ποιος μπορεί να του πει: γιατί έπραξες έτσι;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες