Ὁ μὲν Ἀβεσσαλὼμ φεύγοντα τὸν πατέρα διώκειν ἤθελε· καὶ ὅτι χρὴ τοῦτο πράττεσθαι, νεανικῶς συνεβούλευεν Ἀχιτόφελ. Ὁ δέ γε Χουσὶ πιθανῶς αὐτὸν ἀφιστὰς τῆς τοῦ πατρὸς ἀγριότητος ἐπιδεῖν, οὐχ ἁπλῶς εὐθυδρομῆσαι πρὸς τοῦτο, προετοιμάσασθαι δὲ μᾶλλον τὴν ἀρκοῦσαν χεῖρα, καὶ στρατιωτῶν ὄχλον συνενεγκεῖν, διὰ τὸ εἶναι δυνατὸν καὶ ἐμπειροπόλεμον καὶ τῶν ὅτι μάλιστα μαχιμωτάτων τὸν μακάριον Δαβίδ. <Καὶ ἔλαβεν ἡ γυνὴ καὶ διεπέτασε τὸ ἐπικάλυμμα, κ.τ.λ.> Κυρίλλου. Οὐκοῦν κἂν δι᾽ ἀνθρώπων ἔσθ᾽ ὅτε συμβαίνῃ τινὰ χρηστὰ, μὴ ἐκείνοις μᾶλλον εὐχαριστῶμεν, ἀλλὰ Θεῷ τῷ δι᾽ αὐτῶν τὰ θυμήρη χαρισαμένῳ. <Καὶ Ἀχιτόφελ εἶδεν ὅτι οὐκ ἐγενήθη ἡ βουλὴ αὐτοῦ.> Κυρίλλου. Κεκράτηκε μὲν ἡ τοῦ Χουσὶ γνώμη· λυπηθεὶς δὲ πρὸς τοῦτο λίαν ὁ Ἀχιτόφελ, βρόχῳ κατέλυσε τὸν βίον, αὐτὸς καθ᾽ ἑαυτοῦ δικαίαν ψῆφον ἐξενεγκών. <Καὶ ἔκλαυσε, καὶ οὕτως εἶπεν, κ.τ.λ.> Κυρίλλου. Πεπολέμηκε μὲν τῷ μακαρίῳ Δαβὶδ ὁ Ἀβεσσαλὼμ, καὶ ἀδοκήτως τὰ τῆς δυσμενείας ὅπλα κεκίνηκε κατὰ τοῦ φύσαντος ὁ νεανίας· ἑάλω δὲ καὶ ἀπόλωλε. Πλὴν οὐκ ἐπεγάννυτο παθόντι τὸν θάνατον ὁ πατὴρ, ἀλλ᾽ ἐθρήνησεν ὡς υἱόν.
Μετάφραση
Ο μεν Αβεσσαλώμ ήθελε να καταδιώξει τον πατέρα του που έφευγε· και ότι έπρεπε να γίνει αυτό, τον συμβούλευε με νεανική ορμή ο Αχιτόφελ. Ο Χουσί όμως, αποτρέποντάς τον πειστικά από το να αντιμετωπίσει την αγριότητα του πατέρα του, του υπέδειξε να μην προχωρήσει απευθείας σε αυτό, αλλά μάλλον να προετοιμάσει επαρκή δύναμη και να συγκεντρώσει πλήθος στρατιωτών, διότι ο μακάριος Δαβίδ ήταν δυνατός και έμπειρος στον πόλεμο, καθώς και από τους πλέον μαχητικούς. <Και πήρε η γυναίκα και άπλωσε το κάλυμμα, κ.λπ.> Του Κυρίλλου. Επομένως, ακόμη και αν καμιά φορά μας συμβαίνουν κάποια καλά μέσω ανθρώπων, ας μην ευχαριστούμε κυρίως εκείνους, αλλά τον Θεό, ο οποίος μέσω αυτών μας χάρισε τα ευχάριστα. <Και είδε ο Αχιτόφελ ότι δεν πραγματοποιήθηκε η συμβουλή του.> Του Κυρίλλου. Επικράτησε λοιπόν η γνώμη του Χουσί· ο δε Αχιτόφελ, λυπημένος πάρα πολύ για αυτό, έδωσε τέλος στη ζωή του με θηλιά, εκφέροντας ο ίδιος δίκαιη καταδικαστική απόφαση εναντίον του εαυτού του. <Και έκλαψε, και έτσι είπε, κ.λπ.> Του Κυρίλλου. Ο μεν Αβεσσαλώμ πολέμησε εναντίον του μακαρίου Δαβίδ, και αναπάντεχα ο νέος ύψωσε τα όπλα της έχθρας εναντίον εκείνου που τον γέννησε· πιάστηκε όμως και χάθηκε. Παρ' όλα αυτά, ο πατέρας δεν χάρηκε για τον θάνατό του, αλλά τον θρήνησε ως υιό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες