Εὐχόμενος δὲ τὴν τοῦ Ἀχιτόφελ διασκεδασθῆναι βουλὴν ὁ Δαυῒδ, πέμπει καὶ τὸν ἑαυτοῦ φίλον Χουσὶ τῇ ἐκείνου γνώμῃ ἀντιταξόμενον, καὶ διὰ τῶν ἱερέων Σαδὼκ καὶ Ἀβιάθαρ δηλώσοντα αὐτῷ πᾶν ὃ ἂν βουλεύσηται ὁ Ἀβεσσαλώμ. Ὁ δὲ Χουσὶ, ἐπειδὴ πρὸς τὸν πατραλοίαν τοῦτον ἀφίκετο, πιστευθεὶς ὡς εὔνους αὐτῷ, αὐτός τε καὶ Ἀχιτόφελ προτρέπονται ὅ τι δέον περὶ πολέμου εἰπεῖν. Καὶ ὁ Ἀχιτόφελ προτρέπεται, ταῖς τοῦ πατρὸς τοῦτον μιγέντα παλλακαῖς, ὀπίσω διώκειν, καὶ ἀσυντάκτῳ προσβαλεῖν. Ὁ δὲ Χουσὶ περὶ μὲν τῶν παλλακῶν οὐδὲν ἀπεφήνατο· ἐξορμᾷν δὲ εὐθὺς κατὰ τοῦ πατρὸς οὐ συνεχώρει τῷ Ἀβεσσαλώμ· ἵνα μὴ, ἐν ὄρεσι, φησὶν, ἐμπεσὼν καὶ δυσφορίαις, τό τε στρατόπεδον διαφθείρῃς, καὶ αὐτὸς ταῖς τοῦ πατρὸς ληφθείης χερσί. Τοῦ δὲ πατραλοίου εἰπόντος· Ἀγαθὴ βουλὴ Χουσὶ ὑπὲρ τὴν βουλὴν Ἀχιτόφελ, λυπηθεὶς Ἀχιτόφελ ἀπήγξατο. Ὁ δὲ Χουσὶ τῷ Δαυῒδ πάντα διὰ τῶν ἱερέων ἐδήλωσε, καὶ φεύγειν ἔτι ἐκέλευσεν.
Μετάφραση
Ο Δαβίδ, προσευχόμενος να ματαιωθεί η συμβουλή του Αχιτόφελ, στέλνει τον φίλο του, τον Χουσί, για να αντιταχθεί στη γνώμη εκείνου και για να του γνωστοποιήσει, μέσω των ιερέων Σαδώκ και Αβιάθαρ, καθετί που θα αποφάσιζε ο Αβεσσαλώμ. Ο δε Χουσί, όταν έφτασε σε αυτόν τον πατροκτόνο, επειδή θεωρήθηκε έμπιστος και ευνοϊκά διακείμενος απέναντί του, κλήθηκε, όπως και ο Αχιτόφελ, να εκφέρει γνώμη για το τι έπρεπε να πραχθεί σχετικά με τον πόλεμο. Και ο Αχιτόφελ τον προτρέπει, αφού συνευρεθεί με τις παλλακίδες του πατέρα του, να τον καταδιώξει και να του επιτεθεί ενώ είναι ασύντακτος. Ο δε Χουσί δεν εξέφερε καμία γνώμη σχετικά με τις παλλακίδες· δεν συναινούσε όμως στο να εκστρατεύσει ο Αβεσσαλώμ αμέσως εναντίον του πατέρα του, λέγοντας πως, αν πέσει σε βουνά και δύσβατα μέρη, μπορεί να καταστρέψει το στρατόπεδό του και να συλληφθεί ο ίδιος από τα χέρια του πατέρα του. Όταν ο πατροκτόνος είπε: «Καλή είναι η συμβουλή του Χουσί, ανώτερη από τη συμβουλή του Αχιτόφελ», ο Αχιτόφελ λυπήθηκε και απαγχονίστηκε. Ο δε Χουσί τα φανέρωσε όλα στον Δαβίδ μέσω των ιερέων και τον προέτρεψε να συνεχίσει τη φυγή του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες